Αρχική / Ιστορία / Η εβραιο-αραβική διαμάχη μετά την ίδρυση του Ισραήλ

Η εβραιο-αραβική διαμάχη μετά την ίδρυση του Ισραήλ

«Δεν υπήρχαν Παλαιστίνιοι…ποτέ δεν υπήρχε λαός στην Παλαιστίνη που θεωρούσε τον εαυτό του Παλαιστινιακό»
Golda Meir, Πρωθυπουργός του Ισραήλ, 1969

«Το Ισραήλ θα υπάρχει μέχρι το Ισλάμ να το εξοντώσει, όπως αυτό εξόντωσε τους προκατόχους του.»
Καταστατικό της
Χαμάς, 1988

Το 1947 οι Σιωνιστές κατόρθωσαν την εκπλήρωση ενός ονείρου δύο χιλιετιών, με την ίδρυση του Ισραήλ στη Γη της Επαγγελίας, ελπίζοντας ότι θα έδιναν στον πολύπαθο λαό τους ένα καταφύγιο από την δεισιδαιμονία και τον αντισημιτισμό που αντιμετώπιζαν στην Ευρώπη. Η αμφισβητούμενη δικαιοσύνη στην άδειας που τους δόθηκε από τους Άγγλους και τον ΟΗΕ θεώρησαν πως τους έδωσε το ελεύθερο να εκτοπίσουν τον λαό που ήδη βρισκόταν στην περιοχή, εκκινώντας μια διαμάχη που συνεχίζεται για πάνω από έξι δεκαετίες.

Αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης του ΟΗΕ ξεκίνησαν επεισόδια από Άραβες Παλαιστίνιους, και με την επίσημη ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, στις 15 Μαΐου 1948 (μέρα που έληξε η Βρετανική κατοχή της περιοχής), τα γειτονικά αραβικά κράτη (Ιορδανία, Συρία, Αίγυπτος, Ιράκ και λίγο αργότερα το Λίβανο) επιτέθηκαν/παρενέβησαν κατά των Εβραίων. Ο Πόλεμος Αράβων-Εβραίων του 1948 έληξε με ήττα των Αράβων που σταδιακά υπέγραφαν συμφωνίες ειρήνης. Μέχρι τον Ιούλιο του 1949 όλες οι Αραβικές χώρες είχαν υποχωρήσει, και το Ισραήλ με τη λήξη του πολέμου κατάφερε την προσάρτηση εδαφών πέρα από τα σύνορα που προτάθηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη.

Η ίδρυση του κράτους οδήγησε τους Ισραηλινούς να ονομάσουν την 15η Μαΐου «Μέρα Ανεξαρτησίας», ενώ οι Παλαιστίνιοι αναφέρονται στο περιστατικό ως «Η Καταστροφή». Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να εκτοπιστούν 700.000 Άραβες στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη και σε γειτονικές αραβικές χώρες.

Jerusalem (photo)

Το 1967 οι εντάσεις κλιμακώθηκαν, με τις αραβικές χώρες που γειτνίαζαν στο Ισραήλ να το περικυκλώνουν με ένοπλες δυνάμεις. Συγκρούσεις μεταξύ Ισραηλινών και Συριακών στρατιωτικών δυνάμεων σε συνεργασία με Παλαιστίνιους αντάρτες οδήγησαν σε κρίση. Η Αίγυπτος, με προτροπή των Ρώσων που υποστήριζαν ότι το Ισραήλ επρόκειτο να κινητοποιηθεί ενάντια στη Συρία, έστειλε δυνάμεις στη χερσόνησο Σινάι, που συνορεύει με το Ισραήλ, και η Ιορδανία ενώθηκε με την αραβική αυτή συμμαχία ολοκληρώνοντας την περικύκλωση, με μόνο το μικρό Λίβανο τα απέχει. Οι Ισραηλινοί ζήτησαν βοήθεια από Γάλλους, Άγγλους και Αμερικάνους χωρίς ανταπόκριση. Στις 5 Ιουνίου 1967 το Ισραήλ ξεκίνησε προληπτικά τον Πόλεμο των 6 Ημερών, καταστρέφοντας τα αεροδρόμια της Αιγύπτου και καθηλώνοντας την αεροπορική δύναμή της, κάτι που διατάραξε και εν τέλει αποθάρρυνε τις υπόλοιπες αραβικές χώρες από τη συμμετοχή τους στην σύρραξη. Έξι μέρες μετά, το Ισραήλ στεκόταν σαν νικητής σε νέα εδάφη που κατέλαβε με αφορμή τον πόλεμο (στο κανάλι του Σουέζ, στον Ιορδάνη ποταμό και στα Υψώματα του Γκολάν). Κυρίως, είχε πλέον τον πλήρη έλεγχο της Ιερουσαλήμ. Άλλοι 300.000 Παλαιστίνιοι πρόσφυγες εκτοπίστηκαν σε γειτονικές χώρες.

Ο θρίαμβος δεν κράτησε πολύ, καθώς τα νέα σύνορα απαιτούσαν παρουσία μεγαλύτερου στρατού από αυτόν που διέθετε το Ισραήλ, και δημιουργήθηκε η ανάγκη να κυβερνηθούν ένα εκατομμύριο επιπλέον Παλαιστίνιοι. Η διεθνής κοινή γνώμη στάθηκε κατά του Ισραήλ, επειδή ξεκίνησε τη σύρραξη χωρίς να έχει κηρυχθεί πόλεμος εναντίον του και επειδή προχώρησε σε επέκταση των συνόρων του. Βάση του Άρθρου 2 του Καταστατικού του ΟΗΕ δεν επιτρέπεται σε κανένα κράτος να προσαρτήσει ξένα εδάφη μέσω πολέμου. Ο Σαρλ Ντε Γκολ κήρυξε εμπάργκο στο Ισραήλ όσον αφορά τον πολεμικό εξοπλισμό, τη στιγμή που η Γαλλία ήταν ο αποκλειστικός προμηθευτής του Ισραήλ. Λύση βρέθηκε όταν η Αμερική συμφώνησε να παρέχει μαχητικά αεροσκάφη στη νικήτρια χώρα. Η ειρήνη δεν φαινόταν σίγουρη και ο ΟΗΕ εξέδωσε το Ψήφισμα 242, σύμφωνα με το οποίο από τη μια μεριά απαιτούσε την απομάκρυνση Ισραηλιτικών δυνάμεων από «κατεχόμενες περιοχές» (αναφερόμενο στα νέα εδάφη μετά τον πόλεμο) και από την άλλη αναγνώριζε και στους δύο λαούς της περιοχής να ζουν «σε ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα».

Ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, το Ισραήλ ξεκίνησε μια μέθοδο εποικισμού, που ανέπτυξε τη δεκαετία του ‘30, με σκοπό την εγκατάσταση χωριού μέσα σε μία νύχτα («μέθοδος περίφραξη-παρατηρητήριο»). Μόλις νυχτώσει, οι Εβραίοι μεταφέρουν προκατασκευασμένα καταλύματα και οχυρωματικό υλικό, και μόλις ξημερώσει, ένα παρατηρητήριο και ένας μικρός οικισμός είναι έτοιμα να κατοικηθούν και να αμυνθούν ενάντια κάθε απειλής. Στη συνέχεια ο οικισμός εξαπλώνεται για να σχηματιστούν χωριά ή πόλεις. Αυτή η μέθοδος ακολουθείται μέχρι και σήμερα για να κατασκευαστούν οι παράνομοι καταυλισμοί σε Παλαιστινιακό έδαφος (παράνομους τους έχουν κηρύξει το Διεθνές Δικαστήριοκαι η 4η Συνθήκη της Γενεύης).

Το 1973 ξέσπασε νέος πόλεμος, ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ (μέρα θρησκευτικής γιορτής των Εβραίων), από την Αίγυπτο και τη Συρία εναντίον του Ισραηλιτικού στρατού. Το Ισραήλ βρέθηκε σύντομα σε δύσκολη θέση καθώς είχε υποτιμήσει τις εχθρικές δυνάμεις και αντιμετώπιζε πρόβλημα ανεφοδιασμού πυρομαχικών. Το πρόβλημα έλυσε για άλλη μια φορά η Αμερική, με πρόεδρο τότε τον Νίξον, ενώ η εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης με ανεφοδιασμό των Αράβων δεν φάνηκε αρκετή για να σταματήσει την πρόοδο των Ισραηλινών στρατευμάτων. Ο Νίξον φοβούμενος άμεση εμπλοκή των Ρώσων στον πόλεμο, διασφάλισε εκεχειρία. Η Αίγυπτος αποφάσισε να εγκαταλείψει τους συμμάχους της (Ρώσους και Σύριους) με αντάλλαγμα τη χερσόνησο Σινάι και «μια καινούργια αρχή» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που επιτεύχθηκε αργότερα, το 1979, με τη διμερή συνθήκη ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου. Η συνθήκη υπογράφτηκε στην Ουάσιγκτον, επί προέδρου Κάρτερ. Η Αίγυπτος έτσι, έγινε η πρώτη αραβική χώρα που αναγνώρισε επίσημα το Ισραήλ.

Painting depicting the war of 1973 (photo)

Ο εμφύλιος στο Λίβανο (μεταξύ του χριστιανικού κατεστημένου και των μουσουλμάνων που χάρη στους Παλαιστίνιους πρόσφυγες δεν ήταν πια μειοψηφία) έδινε την ευκαιρία στην PLO (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) να εφορμά στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Αυτό οδήγησε το Ισραήλ σε μια επίθεση-έκπληξη κατά των Συριακών δυνάμεων που πολεμούσαν στη μεριά των Μουσουλμάνων του Λιβάνου. Η έκβαση του πολέμου με τη συμμετοχή του Ισραήλ, προκάλεσε σημαντικές απώλειες από κάθε μεριά, συμπεριλαμβανομένης και της σφαγής εκατοντάδων Παλαιστίνιων αμάχων προσφύγων. Το 1983 οι εβραϊκές δυνάμεις αποσύρθηκαν από τη Βηρυτό, πρωτεύουσα του Λιβάνου, με παρέμβαση των ΗΠΑ.

Το Ισραήλ συνέχισε τη δημιουργία καταυλισμών στη Δυτική Όχθη, με σκοπό ίσως να απομονώσει αραβικά χωριά και πόλεις που θα μπορούσαν να σχηματίσουν Παλαιστινιακή κυβέρνηση ή για την πραγμάτωση της θεϊκής υπόσχεσης για μια εβραϊκή πατρίδα που θα έφτανε μέχρι τον Ιορδάνη ποταμό. Μέχρι το 1992 ο εβραϊκός πληθυσμός των καταυλισμών στα κατεχόμενα εδάφη έφτανε τους 100.000. Το 1987, μετά από δεκαετίες αποικισμού, γραφειοκρατικού σφετερισμού, αρπαγές γαιών, οικονομικής αδράνειας και καταπίεσης βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο Παλαιστινιακός λαός της Δυτικής Όχθης και της Γάζας ξεσηκώθηκε, με ένα κίνημα εξέγερσης που έμεινε γνωστό ως Πρώτη Ιντιφάντα (στα αραβικά σημαίνει αποτίναξη-shaking off), και κράτησε περίπου 4 χρόνια. Ο αγώνας περιλάμβανε παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένους να πετάνε πέτρες σε τανκ, να κάνουν απεργίες και διαδηλώσεις, και να επιβάλουν εμπάργκο Ισραηλιτικών προϊόντων, αλλά περιλάμβανε και μέλη της PLO, η οποία ανέλαβε την ηγεσία της Ιντιφάντα από τον Ιανουάριο του 1988, να εκτελούν τρομοκρατικές επιθέσεις στοχεύοντας άμαχους Εβραίους. Δεν έλειψαν και ενδο-Παλαιστινιακές εκτελέσεις αυτών που θεωρήθηκαν συνεργάτες των Ισραηλινών.

Το 1988 η PLO δήλωσε στην Αλγερία την ίδρυση του Παλαιστινιακού Κράτους, κράτος το οποίο ποτέ δεν έχει αποκτήσει εδάφη, αυτονομία ή ανεξαρτησία. Η δήλωση αυτή θεωρείται ότι αναγνωρίζει τα σύνορα του Ισραήλ πριν το 1967 και το δικαίωμά του να υπάρχει, και οδήγησε τις ΗΠΑ και άλλες χώρες να ανοίξουν το διάλογο με την PLO.

First Intifada, 1989 (ERIC FEFERBERG/AFP/Getty Images)

Στον Πόλεμο του Κόλπου (1990-1991), ο Αραφάτ (ηγέτης της PLO) υποστήριξε τον Σαντάμ Χουσεΐν στην εισβολή του στο Κουβέιτ, και εναντιώθηκε έτσι στην επίθεση της Αμερικής στο Ιράκ. Η στήριξη στον Σαντάμ είχε ως αποτέλεσμα να ψυχρανθούν οι σχέσεις της PLO με την Αμερική και με άλλες χώρες που τάχθηκαν κατά του Σαντάμ, όπως πολλές αραβικές χώρες παραγωγής πετρελαίου. Η στήριξη του Αραφάτ στον Σαντάμ, εκτός από απροσδόκητη (αφού το Κουβέιτ παρείχε καταφύγιο πολλών Παλαιστινίων προσφύγων), αποδείχτηκε και εσφαλμένη ενέργεια, αφού, εκτός των άλλων, είχε ως αποτέλεσμα και τον διωγμό 200.000 Παλαιστίνιων προσφύγων από το Κουβέιτ όταν ο Σαντάμ νικήθηκε. Πολλές αραβικές χώρες σταμάτησαν τη χρηματοδότηση της PLO, η οποία οδηγήθηκε σε κρίση.

Με το τέλος του Πολέμου του Κόλπου, άνοιξε ο δρόμος για διαπραγματεύσεις ειρήνης, και με τη συμμετοχή ΗΠΑ και Ρωσίας έλαβε χώρα στην Ισπανία η Ειρηνευτική Διάσκεψη Ειρήνης το 1991, όπου συμμετείχαν και το Ισραήλ και η Παλαιστίνη, αλλά και άλλες αραβικές χώρες (Συρία, Λίβανο, Ιορδανία). Παλαιστίνιοι με επαφές στην PLO δε συμμετείχαν, μετά από ένσταση του Ισραήλ. Η διάσκεψη απέτυχε μεν να οδηγήσει σε σύμφωνο ειρήνης Ισραήλ-Παλαιστίνης, αλλά τέτοιο σύμφωνο υπογράφτηκε μεταξύ Ισραήλ και Συρίας (1994).

Το Ισραήλ με την Παλαιστίνη υπέγραψαν το 1993 το Πρώτο Σύμφωνο του Όσλο. Αυτό υπογράφτηκε μεταξύ της κυβέρνησης του Ισραήλ και της PLO, μετά από μυστικές συνεδριάσεις, όπου το Ισραήλ αναγνώρισε την PLO σαν αντιπρόσωπο των Παλαιστινίων και συνέταιρο σε διαπραγματεύσεις. Με τη σειρά της η PLO αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ. Ο Κλίντον κάλεσε τον Αραφάτ με τον Ράμπιν στον Λευκό Οίκο σε ένδειξη υποστήριξης του πρώτου συμφώνου. Με τα Σύμφωνα του Όσλο (το Δεύτερο Σύμφωνο υπογράφτηκε το 1995) δημιουργήθηκε η Παλαιστινιακή Αρχή (με πρόεδρο τον Αραφάτ), με περιορισμένες διοικητικές αρμοδιότητες στην Παλαιστίνη. Επίσης, τέθηκαν όροι για τα σύνορα, τους καταυλισμούς, το ζήτημα διακυβέρνησης της Ιερουσαλήμ, το ζήτημα της παρουσίας Ισραηλινού στρατού σε Γάζα και Δυτική Όχθη μετά την αναγνώριση της Παλαιστινιακής αυτονομίας και το θέμα της επιστροφής των προσφύγων. Πάντως αυτό που δεν έκαναν, είναι να ιδρύσουν επίσημα Παλαιστινιακό κράτος. Σύντομα οι δύο εκπρόσωποι προσγειώθηκαν στην πραγματικότητα, με τις ελπίδες τους να διαψεύδονται τα επόμενα χρόνια, όταν συνεχίστηκαν οι εχθροπραξίες και οι θάνατοι και στους δύο λαούς, με την κάθε μεριά να κατηγορεί την άλλη.

Yitzhak Rabin, Bill Clinton and Yasser Arafat at the White House 13/09/1993 (photo)

Ο Μπιλ Κλίντον, μάλλον θέλοντας να λύσει το Παλαιστινιακό πριν τελειώσει η θητεία του, οργάνωσε βιαστικά σύσκεψη των δύο εκπροσώπων στον Λευκό Οίκο, χωρίς να έχει ορίσει καν πάνω σε ποια δεδομένα θα γινόταν διαπραγμάτευση. Η σύσκεψη του Καμπ Ντέιβιντ του 2000 (11-25 Ιουλίου) δεν οδήγησε πουθενά, αφού ο Αραφάτ δεν ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει στις απαιτήσεις των Ισραηλινών για τα ανταλλάγματα που προσέφεραν. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Εχούντ Μπαράκ, πρόσφερε πάνω από το 95% των εδαφικών διεκδικήσεων του Αραφάτ (ζητούσε τα σύνορα πριν τον πόλεμο των 6 ημερών), αλλά αυτός θεωρούσε δεδομένο ότι το 100% ήταν δικαιωματικά περιοχές των Παλαιστινίων, οπότε δεν έβλεπε δυνατότητα τέτοιου «συμβιβασμού». Επίσης, όρος για την επιστροφή των Παλαιστινίων προσφύγων στην πατρίδα τους, ήταν να προσαρτηθεί στο Ισραήλ το 9% της Δυτικής Όχθης. Τέτοια περαιτέρω μείωση εδαφών ο Αραφάτ δεν τη δέχτηκε. Το Ισραήλ είδε τη στάση του Αραφάτ και των Παλαιστινίων γενικά ως «αδιάλλακτη», ότι δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν κανέναν συμβιβασμό. Ο Αραφάτ αισθανόταν πως ήταν σε αδιέξοδο, αφού αυτό που οι Εβραίοι ονόμαζαν «συμβιβασμό» αυτός το έβλεπε μάλλον σαν κλοπή (πώς να συμβιβαστεί στην παραχώρηση του 99% μιας περιοχής που θεωρούσε ότι ήταν εξ ολοκλήρου Παλαιστινιακή;).

Η σύσκεψη έγινε σε μια περίοδο που οι σχέσεις μεταξύ των δύο αρχηγών ήταν τεταμένη και το μόνο αποτέλεσμα ήταν ότι το Ισραήλ βγήκε ηθικά κερδισμένο, αφού φάνηκε ότι ήταν διατεθειμένο να κάνει μεγάλες υποχωρήσεις αλλά συνάντησε έναν αδιάλλακτο αντίπαλο. Σε αυτό το κλίμα αδυναμίας συνεννόησης και διαλόγου, ο Αραφάτ επέστρεψε στην Παλαιστίνη για να λάβει τα συγχαρητήρια του αραβικού λαού αφού είχε πει «όχι» στους Ισραηλινούς αλλά και στους Αμερικάνους. Αντίθετα, η πολιτική υποστήριξη του Μπαράκ εξανεμίστηκε, αφού αδυνατούσε να λύσει το Παλαιστινιακό. Η υστεροφημία του Μπαράκ θα δεχόταν σύντομα ένα ακόμα χτύπημα. Αφορμή για το νέο δράμα στάθηκε η επίσκεψη του Αριέλ Σαρόν (πρόεδρος του δεξιού Ισραηλινού κόμματος) στο ‘Όρος του Ναού’ τον Σεπτέμβριο του 2000, όπου έκανε τη δήλωση «το Όρος του Ναού είναι στα χέρια μας και θα παραμείνει στα χέρια μας. Είναι ο ιερότερος χώρος του Ιουδαϊσμού και είναι το δικαίωμα κάθε Εβραίου να επισκέπτεται το Όρος του Ναού». Οι Παλαιστίνιοι είδαν το περιστατικό σαν μεγάλη πρόκληση (θεωρούν το Όρος του Ναού σαν δικό τους ιερό μνημείο), και ξέσπασαν αναταραχές που πολύ γρήγορα εξελίχτηκαν στην Δεύτερη Ιντιφάντα (2000-2005). Το μέτρημα των νεκρών έφτασε τους 3.000 Παλαιστινίους και 1.000 Ισραηλινούς, στρατιώτες και αμάχους. Το 2003 ο Σαρόν (πρωθυπουργός πλέον) ανακοίνωσε μονομερώς «σχέδιο απεγκλωβισμού» με υποσχέσεις σταδιακής απόσυρσης στρατιωτών και καταυλισμών από την Γάζα και από μέρη της Δυτικής Όχθης. Το 2004 ο θάνατος του Αραφάτ, και η διαδοχή του σαν Πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής από τον πιο μετριοπαθή Μαχμούτ Αμπάς, άνοιξε το δρόμο για επανεκκίνηση των συνομιλιών, και το 2005 συμφωνήθηκε εκατέρωθεν παύση των εχθροπραξιών. Και οι δύο μεριές δεσμεύτηκαν στον «Δρόμο Προς την Ειρήνη» (Roadmap for Peace), ένα σχέδιο που διαμορφώθηκε από την Ε.Ε., τη Ρωσία, τον ΟΗΕ και τις ΗΠΑ. Ο απεγκλωβισμός ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2005, με όλη τη στρατιωτική δύναμη του Ισραήλ που ήταν τοποθετημένη στη Γάζα να αποχωρεί, τους καταυλισμούς να εγκαταλείπονται και όσους Εβραίους αρνήθηκαν να φύγουν να εξαναγκάζονται σε έξωση από τον Ισραηλινό στρατό.

Οι Παλαιστίνιοι όμως προκάλεσαν έκπληξη και ανησυχία όταν οδήγησαν στη νίκη την Χαμάς στις εκλογές του 2006 (κέρδισε με 57,5% των ψήφων με δεύτερο κόμμα την Φατάχ του 32,5% σε εκλογές που διεθνώς θεωρούνται δίκαιες). Η Χαμάς, μια Ισλαμική οργάνωση με στρατιωτικό χαρακτήρα, ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Πρώτης Ιντιφάντα και χαρακτηρίζεται σαν τρομοκρατική από πολλές χώρες της Δύσης, της Ασίας αλλά και της Μέσης Ανατολής. Άλλη μια φορά ξεκίνησε η αλυσιδωτή αντίδραση εχθροπραξιών, με την Χαμάς να επιτίθεται στο Ισραήλ με ρουκέτες και το Ισραήλ να απαντάει με επιθέσεις από αέρος. Κάθε προσπάθεια για κατάπαυση πυρός αποτυχαίνει μέχρι το 2009, μετά από πολλές ανθρώπινες απώλειες.

Loss of Palestinian Land 1946-2010 (photo)

Το 2010 το Ισραήλ εισέπραξε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης όταν επιτέθηκε στο πλοίο Mavi Marmara, που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια από το κίνημα Free Gaza προς τους Παλαιστινίους της Λωρίδας της Γάζας με αποτέλεσμα τον θάνατο εννέα επιβατών. Μετά την άρνηση του Ισραήλ να απολογηθεί για το περιστατικό (υποστήριζε πως το πλοίο μετέφερε τρομοκράτες), η Τουρκία, ένας σύμμαχος του Ισραήλ, έδιωξε τον Ισραηλίτη πρεσβευτή. Παράλληλα, η απομάκρυνση του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο μετά τα επεισόδια της Αραβικής Άνοιξης, κόστισαν ακόμα έναν σύμμαχο στη χώρα .

Από το 2012 τα επεισόδια μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς εντάθηκαν, με περιόδους αμοιβαίων επιθέσεων να εναλλάσσονται με περιόδους σχετικής ηρεμίας. Τον Ιούνιο του 2014 τρεις Εβραίοι έφηβοι απήχθησαν (και αργότερα βρέθηκαν νεκροί), με το Ισραήλ να κατηγορεί τη Χαμάς. Η απαγωγή και δολοφονία ενός εφήβου Παλαιστίνιου στην Ιερουσαλήμ, μάλλον σαν αντίποινα, οδήγησε στα τελευταία έντονα επεισόδια του καλοκαιριού, από τα πιο αιματηρά στην ιστορία της διαμάχης μεταξύ των δύο λαών. Ο αριθμός των νεκρών έφτασε τους 70 Ισραηλίτες και τους 2.100 Παλαιστίνιους.

Τον Απρίλη του 2014 αποφασίστηκε από την Χαμάς και την Φατάχ να γίνουν εκλογές μέσα στους επόμενους 6 μήνες, εκλογές, όμως, που αναβλήθηκαν επ’ αόριστον.

Διαβάστε:

  • Ισμάτ Σαμπρί – Χαρτογραφική ανάλυση των Εβραϊκών εποικισμών
  • Ρίτα Γκαμπάι-Σιμάντωβ – Ισραήλ, Η Αναγέννηση του Κράτους (εκδ. Διώνη, 1998)
  • Yves Marc Ajchenbaum – Ισραήλ-Παλαιστίνη: Μια Γη, Δύο Έθνη 1948-2002 (εκδ. Μελάνι, 2004)
  • Χαλαζιάς Χρήστος – Παλαιστίνη, Το Δράμα Ενός Λαού (εκδ. Βασδέκης, 1982)
  • Αχμάτ Σαχίν – Η Ισραηλινή Αποικιοκρατία και η Ιντιφάντα (εκδ. Διπλωματική Αντιπροσωπείας της PLO της Αθήνας, 1988)
  • Encyclopedia Britannica
  • Wikipedia

Δείτε και αυτό

Τα «1000 Χτυπήματα» του Raif Badawi: ένα βιβλίο για την ελευθερία

«Η ελευθερία του λόγου είναι ο αέρας που αναπνέει κάθε στοχαστής· είναι το καύσιμο που …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *