Αρχική / Φιλοσοφία / Η Σωκρατική μέθοδος – ο έλεγχος, η μαιευτική, η ειρωνεία

Η Σωκρατική μέθοδος – ο έλεγχος, η μαιευτική, η ειρωνεία

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου, Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Σύμφωνοι με το ‘ουδέν οίδα’, οι διάλογοι φαίνεται πως άρχισαν για να μην τελειώσουν.»
Κωστής Παπαγιώργης, Σωκράτης – ο νομοθέτης που αυτοκτονεί

Socrates fresco (Efes Museum, 1st-5st cent.)
Socrates fresco (Efes Museum, 1st-5st cent.) (πηγή: Wikimedia Commons)

Υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ της σωκρατικής μεθόδου των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων και των ύστερων. Αρχικά, ο ίδιος ο Σωκράτης αναφέρεται στον «έλεγχο» σαν μέθοδο που εφαρμόζει στους άλλους και στον εαυτό του για να φτάσει στην αλήθεια. Οι συνεχείς ερωταπαντήσεις του σκοπό έχουν να ελέγξουν αν η δήλωση του συνομιλητή έχει κάποια αξία, ή αν βασίζεται σε άλογες σκέψεις, σε προκαταλήψεις ή στο συναίσθημα.

Αυτή η μέθοδος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ένα θετικό συμπέρασμα, δηλαδή σε μια απάντηση της αρχικής απορίας του Σωκράτη, γι’ αυτό και οι πρώιμοι διάλογοι ονομάζονται και απορητικοί ή πειραστικοί[1]. Όπως παρατηρεί ο Κωστής Παπαγιώργης, σύμφωνα με το «ένα γνωρίζω ότι δεν γνωρίζω τίποτα», οι διάλογοι φαίνονται καταδικασμένοι να μην καταλήξουν σε συμπέρασμα. Στην πορεία όμως, ο Σωκράτης πείθει τον συνομιλητή ότι αυτό που μέχρι τώρα νόμιζε πως ήξερε, δεν μπορεί να το υπερασπίσει με λογικά επιχειρήματα, αναγκάζοντάς τον να το απορρίψει. Η θέση του συνομιλητή θα αντικρουστεί μόνο όταν η άρνησή της θα προκύψει από τις πεποιθήσεις αυτού του ίδιου και όσων συνεπάγονται. Στο τέλος του διαλόγου ο Σωκράτης, και συνήθως και οι συνομιλητές του, αντιλαμβάνονται την αδυναμία τους να φτάσουν σε μια απάντηση, να αποκτήσουν τη γνώση που έψαχναν, και αναβάλλουν τη συζήτηση για κάποια άλλη φορά. Αυτό όμως δεν είναι μία απογοητευτική κατάληξη, αλλά μάλλον πρέπει να ιδωθεί ως κορύφωση, καθώς ο Πλάτωνας καταφέρνει να την παρουσιάζει με αισιόδοξους τόνους. Η ίδια η συνειδητοποίηση της άγνοιας είναι ένα κέρδος από μόνο του, αφού, όταν κάποιος ανακαλύπτει την άγνοιά του, είναι πλέον ελεύθερος να επιδιώξει την πραγματική γνώση με ανενδοίαστο ενδιαφέρον.

Ο Σωκράτης δεν έκανε υποθετικές συζητήσεις. Το θέμα του διαλόγου τίθεται από τον συνομιλητή, και συχνά απορρέει από τις περιστάσεις της συνεύρεσης. Στον Ευθύφρων ξεκινάει μια συζήτηση για την έννοια του οσίου, όταν ο Ευθύφρων του εκμυστηρεύεται πως έχει καταδώσει τον πατέρα του για μια ανόσια πράξη. Στον Λύση η συζήτηση περί φιλίας ξεκινάει όταν προσκείμενοι στον Σωκράτη του ζητάνε να παρέμβει στο πρόβλημα που κάποιος έχει με έναν δικό του φίλο. Ο συνομιλητής, λοιπόν, θα πρέπει πάντα να μιλάει για θέματα που τον αφορούν, και μάλιστα άμεσα, λέγοντας μόνο ό,τι πιστεύει ο ίδιος και όχι ό,τι άκουσε από άλλους. Και σε όσα λέει θα πρέπει να είναι συνεπής με όσα συνεπάγονται. Αν βρεθεί αντίφαση μεταξύ αυτών που πιστεύει και αυτών που αυτά συνεπάγονται, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η θέση του. Ο Σωκράτης ψάχνει την αλήθεια με τρόπο προσαρμοσμένο κάθε φορά στον αντίπαλό του, επιχειρηματολογώντας σύμφωνα με τους δικούς του όρους[2]. Δέχεται τον ορισμό που του δίνει για μία έννοια χωρίς ενστάσεις, αλλά τη μελετάει για να δει αν οδηγεί σε ορθά συμπεράσματα.

Socrates discussing philosophy with his disciples, Arabic miniature from a manuscript, Turkey 13th Century.
Ο Σωκράτης συζητά με τους μαθητές του σε Αραβική μινιατούρα από χειρόγραφο του 13ου αιώνα, Τουρκία (photo)

Η αντίθεση μεταξύ δύο προτάσεων όμως δεν είναι το κυρίως συμπέρασμα των διαλόγων, αφού ο Σωκράτης δεν έχει σκοπό απλά να αντιλογεί εναντίον κάποιου για χάρη μόνο της αντίκρουσης, αλλά για να κάνει τον συνομιλητή του καλύτερο. «Ο μαλακός τόνος είναι πιο ταιριαστός στη διαλεκτική μέθοδο. Ο πιο διαλεκτικός τρόπος είναι, νομίζω, όχι απλά να απαντάει κανείς με την αλήθεια, αλλά επίσης να αξιοποιεί όσα ο ερωτώμενος ομολογεί ότι γνωρίζει»Μένων, 75d. Περισσότερο πρόκειται για αντίθεση μεταξύ των ιδανικών ενός ατόμου και του τρόπου που ζει. Ο έλεγχος, λοιπόν, στόχο έχει ουσιαστικά τον έλεγχο του αντιπάλου σαν άνθρωπο, ενώ η εύρεση μιας αντίφασης είναι το εργαλείο με το οποίο αυτός θα επιτευχθεί. Αυτή είναι και η ουσία του φιλοσοφικού βίου˙ η εξέταση του εαυτού και του διπλανού μας.

Στον Θεαίτητο (ύστερος διάλογος), ο Πλάτωνας εισάγει την παρομοίωση της γέννας των ιδεών. Ο Σωκράτης λέει ότι όπως η μητέρα του η Φαιναρέτη ήταν μαία, έτσι και ο ίδιος, ενώ δεν γνωρίζει τίποτα ιδιαίτερο, είναι μαιευτήρας ιδεών και γνώσεων σε άλλους («Κάνω κι εγώ την ίδια δουλειά»). Η μαιευτική μέθοδός του εδώ παρουσιάζεται όχι μόνο σαν βοήθημα για την συνειδητοποίηση της άγνοιας, αλλά και για την ανακάλυψη της αλήθειας που βρίσκεται ήδη μέσα μας αλλά στην οποία δεν έχουμε εύκολη πρόσβαση.

Ο Dorion διαπιστώνει ότι η διαφορά μεταξύ του ελέγχου και της μαιευτικής μεθόδου είναι ότι ο έλεγχος δείχνει στους σοφούς ότι είναι αδαείς, ενώ η μαιευτική στους αδαείς ότι είναι σοφοί. Όσο θελκτική και να είναι αυτή η ρήση, ουσιαστική διαφορά μεταξύ του ελέγχου και της μαιευτικής δεν υπάρχει. Κι αυτό γιατί η συνειδητοποίηση της άγνοιας στην οποία καταλήγει ο έλεγχος δεν είναι παρά ένα είδος γνώσης. Ο ίδιος ο Σωκράτης το μαρτυρεί αυτό, όταν στην Απολογία λέει αναφορικά με τον χρησμό της Πυθίας, πως όντως είναι ο κάτοχος της σοφίας, αλλά μόνο της ανθρώπινης σοφίας. Η άλλη, η πραγματική, ανήκει μόνο στους θεούς και είναι για τους ανθρώπους άπιαστη. Και η ανθρώπινη σοφία έγκειται μονάχα στο ότι δεν μπορεί να μάθει στην πραγματικότητα τίποτα ή «τίποτα ιδιαίτερο» ή μόνο «κάτι λίγο». Αυτή η σοφία του σκεπτικιστή, που συνέχεια θέλει να μαθαίνει, αλλά όσο προσπαθεί, όλο και περισσότερο αντιλαμβάνεται πως είναι αδαής, είναι απείρως χρησιμότερη από το δόγμα αυτού που βιάζεται να καταλήξει σε συμπεράσματα. Ο Βλαστός παρατηρεί πως το ότι δεν υπάρχουν αναφορές στην μαιευτική μεταφορά πριν από τον Θεαίτητο αποδεικνύει ότι αυτή η μεταφορά είναι ξένη προς τον Σωκράτη των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων και ότι είναι πλατωνικής επινόησης. Στο εξής θα χρησιμοποιούνται οι δύο όροι εναλλακτικά χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση.

Στην πραγματικότητα, η μορφή του διαλόγου δεν προτείνεται για κάθε είδους γνώση. Ο Bertrand Russell πιστεύει πως οι γνώσεις της εμπειρικής επιστήμης δεν μπορούν να μεταδοθούν με ερωταπαντήσεις. Ακόμα κι όταν ο Γαλιλαίος χρησιμοποίησε τον διάλογο για να προωθήσει τις θεωρίες του, το έκανε μόνο για να διευκολύνει την αντιμετώπιση των προκαταλήψεων. Για να μεταδώσει τα θετικά του συμπεράσματα με αυτόν τον τρόπο, θα έπρεπε να εισάγει μεγάλο βαθμό πλαστότητας στο κείμενο, με επιχειρηματολογία που θα έμοιαζε περισσότερο με εκλογίκευση παρά με πειθώ. Ο Σωκράτης όμως δεν ενδιαφέρεται για τελειωτικά, θετικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με τον Βλαστό πάλι, «στόχος της ερευνητικής του μεθόδου δεν μπορούσε να είναι η τελειωτική αποδεικτική βεβαιότητα».

Matthew Paris (1217-1259) – Ο Πλάτων βάζει λόγια στο στόμα του Σωκράτη
Matthew Paris (1217-1259) – Ο Πλάτων βάζει λόγια στο στόμα του Σωκράτη (photo)

Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που ο Σωκράτης προτίμησε τον διάλογο παρά τη διατριβή ή το κήρυγμα. Δεν θα ήθελε ο ακροατής να αποκτήσει απόψεις χωρίς κόπο, μόνο και μόνο επειδή πρέπει να αποδεχτεί κάτι που αυτός λέει. Είναι ένα είδος μετα-εκπαίδευσης που προτείνει ο Σωκράτης˙ αυτό της εκπαίδευσης του εαυτού μας, και μάλιστα μέσω μιας αντιπαράθεσης με κάποιον άλλο. Η φιλοσοφική σκέψη δεν οδηγεί σε επιτεύγματα μόνο μέσω της έντονης σκέψης του ενός, αλλά και από τις συζητήσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων. Ο Σωκράτης (και ο Πλάτωνας) δεν έχουν παρά να σπείρουν την αμφιβολία στον αναγνώστη-ακροατή, και μένει σε αυτόν να κρίνει και να αποφασίσει πώς θα συνεχίσει. Εάν ο Σωκράτης έπαιρνε τη θέση του δασκάλου που κατέχει τη γνώση και που με δογματισμό μοιράζει διδάγματα (όπως κάνει ο Σωκράτης του Ξενοφώντα), θα στερούσε από τους μαθητές του το τεράστιο όφελος που απορρέει από την αναζήτηση της γνώσης. Διαβάζοντας έναν πλατωνικό διάλογο ή ακούγοντας τον Σωκράτη, δεν παρακολουθείς απλά, αλλά συμμετέχεις στον διάλογο και αναγκαστικά σκέφτεσαι.

Μπορεί λοιπόν κάποιος να έχει αναπτύξει ιδέες και να έχει απόψεις, μπορεί να λέει πως ξέρει κάποια πράγματα. Δεν έχει όμως δικαίωμα να τα παρουσιάζει σαν αυθεντία αλλά μόνο να τα υπερασπίζεται με τον λόγο του ενάντια στην κρίση ενός αντιπάλου. Το να πει κάποιος ότι είναι σωκρατικός δεν σημαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτόν που λέει ότι είναι ‘καντιανός’. Ο σωκρατικός δεν ακολουθεί κάποιο φιλοσοφικό σύστημα σκέψης, αλλά μια πνευματική στάση ταπεινότητας, που όμως εύκολα παρεξηγείται με υπεροψία, αφού ο σωκρατικός είναι πεπεισμένος όχι μόνο για τη δική του άγνοια, αλλά και για αυτήν των άλλων.

Η σωκρατική ειρωνεία

«Ο είρων είναι το αντίθετο του περήφανου για τις γνώσεις του καυχησιάρη˙ είναι ο άνθρωπος, ο οποίος έχει πεισθεί, εν μέρει σοβαρά και εν μέρει φαινομενικά, για την άγνοια και τη μηδαμινότητά του.»
Olof Gigon, Σωκράτης

Arab depiction of Socrates teaching his students (photo)
Arab depiction of Socrates teaching his students (photo)

Πολλές φορές ο Σωκράτης καταφεύγει στο χιούμορ και την ειρωνεία για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του˙ και όσο περισσότερο δογματικός είναι αυτός τόσο περισσότερο απότομος γίνεται ο Σωκράτης. Είναι η έπαρση του συνομιλητή και η σιγουριά για τον εαυτό του που «τιμωρείται» από τον Σωκράτη με τα πιο ειρωνικά και ταπεινωτικά του σχόλια, δήθεν κολακεύοντάς τον ή παριστάνοντας ο ίδιος τον αδαή που δεν καταλαβαίνει τα σοφά λόγια του. Δεν γίνεται όμως ειρωνικός για να εξαπατήσει ούτε για να επιβάλλει τη θέση του όταν δεν του αρκεί η λογική. Το κάνει ενάντια σε όσους είναι βυθισμένοι στην αυτοεξαπάτηση, για να διαλύσει την υποκειμενική γνώμη που εμφανίζεται σαν αντικειμενική γνώση. Συνήθως, η ειρωνεία του είναι διφορούμενη, ώστε ο συνομιλητής να μην είναι σίγουρος αν μιλάει σοβαρά ή αν τον κοροϊδεύει.

«Μα τον Δία, είπα εγώ, τι θαυμάσιο πράγμα λες, τι μεγάλο αγαθό μάς έχει αποκαλυφθεί»294a λέει στον Ευθύδημο, και: «μη μου στερήσεις τούτο το μάθημα»297b. Ο Ευθύδημος όμως, ίσως ο πιο ανόητος από τους συνομιλητές που μας παρουσιάζει ο Πλάτωνας εκτός από τον Ιππία, είναι πέρα από κάθε προσπάθεια εφαρμογής του έλλογου διαλόγου[3], αφού στις δεινές και υπομονετικές προσπάθειες του Σωκράτη να επικρατήσει η λογική, αυτός απαντά με σοφιστείες εκμεταλλευόμενος την αμφισημία των λέξεων για να παριστάνει τον σοφό. Είναι δύσκολο να διαβάσουμε αυτούς τους διαλόγους χωρίς να φανταζόμαστε τον Σωκράτη με σηκωμένα φρύδια, όταν για παράδειγμα γυρνάει και λέει: «μήπως, επειδή μας ήρθες τώρα εδώ σαν παντογνώστης στην τέχνη του λόγου, γνωρίζεις πότε πρέπει να απαντά κάποιος και πότε όχι;»287c

Όταν ακούει τις πομπώδεις δηλώσεις του Ιππία (στον διάλογο Ιππίας Μείζων), που νομίζει ότι είναι ο πιο σοφός της ελληνικής επικράτειας με την απόδειξη ότι έχει βγάλει τα περισσότερα χρήματα από όλους τους άλλους σοφιστές, αποκρίνεται: «Αυτό σημαίνει, Ιππία, να είναι κανείς πραγματικά σοφός και ολοκληρωμένος άνδρας»281b, και «Πω-πω Ιππία, μίλησες θαυμάσια, μεγαλόπρεπα, και αντάξιά σου»291e.

Στο αποκορύφωμά της η σωκρατική ειρωνεία φτάνει στον Μενέξενο (βλ. Ο Σωκράτης ενάντια στην προγονολατρεία), αλλά αξίζει να αναφέρουμε εδώ τον Ευθύφρων, όπου, αφού ο Σωκράτης έχει αντιληφθεί πως ο συνομιλητής του δεν έχει ιδέα για τι πράγμα μιλάει, παριστάνει ότι επιθυμεί ειλικρινά τη διδασκαλία του: «Εμπρός, λοιπόν, φίλε Ευθύφρων, εξήγησέ μου, για να γίνω σοφότερος…»9a. Αυτός φλυαρεί όμως, αδυνατώντας να ξεκαθαρίσει τη σκέψη του, οπότε του λέει: «Αν ήθελες, Ευθύφρων, θα μου έλεγες πολύ πιο σύντομα το σημαντικότερο όσων σε ρώτησα˙ αλλά, -είναι φανερό- δεν είσαι πρόθυμος να με διδάξεις»14c. Στο τέλος του διαλόγου, όταν έχει φανεί ότι ο Ευθύφρων δεν μπορεί να ανταπεξέρθει, και μετά από πολλές αντιφάσεις στα λόγια του, ο Σωκράτης τον καλεί να πιάσουν το θέμα από την αρχή για να το μελετήσουν σωστά.

«ΣΩ: Ξέρω καλά ότι τώρα πιστεύεις πως κατέχεις σαφώς το όσιο και το ανόσιο. Πες το μου, καλέ μου Ευθύφρων, και μην κρύψεις τι πιστεύεις.

ΕΥ: Θα τα ξαναπούμε Σωκράτη˙ τώρα όμως βιάζομαι, είναι ώρα να φύγω.

ΣΩ: Τι πράγματα είναι αυτά, φίλε μου! Φεύγεις και μου στερείς τη μεγάλη ελπίδα που είχα ότι θα μάθω από σένα ποια είναι τα όσια και τα ανόσια…»15e

Η ειρωνική διάθεση του Σωκράτη δεν του βγήκε σε καλό, αφού επέμεινε σ’ αυτήν ακόμα και στην απολογία του στο δικαστήριο που οδήγησε στην καταδίκη και εκτέλεσή του. Εκεί, όταν κρίθηκε ένοχος αλλά μπορούσε να προτείνει εναλλακτική ποινή από αυτήν του θανάτου, είπε ότι ως αντίτιμο για όσα έκανε στη ζωή του θα έπρεπε όχι μόνο να μην τιμωρηθεί, αλλά να ανταμειφθεί με δωρεάν ισόβια σίτιση στο Πρυτανείο, και συνέχισε κατηγορώντας τους δικαστές ότι περισσότερο θα ήθελαν να ακούσουν παρακάλια αντί της λογικής, κάτι που αρνήθηκε να προσφέρει, σαν ανάξιά του. «Εσείς θα χάσετε σκοτώνοντάς με» σαν να τους λέει ο Σωκράτης, αφού οι άλλες πόλεις θα τον βαφτίσουν σοφό για να κακολογήσουν τη δυνατή και πλούσια Αθήνα, και τους Αθηναίους ότι σκότωσαν τον σοφό της.

Η διδασκαλία του Σωκράτη είναι η ίδια η διαλεκτική μέθοδος, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας δεν μετέτρεψε τον διάλογο σε διατριβή. Είναι σαν να μας προειδοποιεί πως όσα γράφει στους διαλόγους του δεν πρέπει να αναγνωστούν σαν τις έτοιμες σοφίες ενός δασκάλου, αλλά πρέπει και οι αναγνώστες του να συμμετέχουν στον διάλογο. Γι’ αυτό κι εγώ επέλεξα να παρουσιάσω τους διαλόγους στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αφού η συνοπτική παρουσίαση της φιλοσοφικής σκέψης του Σωκράτη δεν είναι αρκετή. Ο διάλογος εξάλλου πρέπει να συνεχίζεται.

 

[1] Γρηγόρης Βλαστός: «…πειραστικός, δηλαδή να προκαλέσει, μέσω ερωτήσεων, παραδοχές εκ μέρους του συνομιλητή του, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως προκείμενες από τις οποίες ο Σωκράτης θα μπορούσε να προχωρήσει, χρησιμοποιώντας συλλογιστικά η επαγωγικά επιχειρήματα, στο να συναγάγει την άρνηση της θέσης του συνομιλητή». Και ο Αριστοτέλης γράφει: «Διαλογικά επιχειρήματα είναι αυτά τα οποία οδηγούν συλλογιστικά από τα ένδοξα στην αντίφαση [της θέσης του αντιπάλου]. Πειραστικά είναι εκείνα που κάνουν συλλογισμούς με βάση τις πεποιθήσεις του ίδιου του αποκρινόμενου» (Σοφιστικοί Έλεγχοι 165b3-6).

[2] Στον Λάχη, ο Νικίας λέει ότι ανδρεία είναι η γνώση του τι να φοβάσαι και τι να μη φοβάσαι. Δίνει έτσι έναν επιτυχημένο σωκρατικό ορισμό, αλλά ο Σωκράτης φαίνεται να μη συμφωνεί, κάνοντας τον Νικία να καταλάβει ότι δεν μπορεί να στηρίξει λογικά αυτό που πιστεύει για την ανδρεία.

[3] Είναι συχνό ο συνομιλητής να απαντάει σε ερώτημα του Σωκράτη (τι είναι ανδρεία, τι είναι φιλία, τι είναι αρετή…) με ένα παράδειγμα της υπό εξέταση έννοιας. Όταν, για παράδειγμα, ρωτάει τον Ιππία τι είναι το ωραίο, ο Ιππίας απαντά ότι ωραίο είναι μια όμορφη γυναίκα. Παρεξήγησε την ερώτηση «τι είναι το ωραίο» με την ερώτηση «τι είναι ωραίο». Ο Σωκράτης πασχίζει να εξηγήσει ότι το ζήτημα δεν είναι να αναφέρουμε τα ατελείωτα παραδείγματα της καθημερινότητας που μπορούν να χαρακτηριστούν «ωραία», αλλά εκείνη την ιδιότητα που όσα την κατέχουν ανήκουν στην κατηγορία του «ωραίου», ενώ όσα δεν την κατέχουν, όχι. Ο Ιππίας συνεχίζει απαντώντας πως ο χρυσός, τότε, πρέπει να είναι το ωραίο, αφού όποιο αντικείμενο τον κατέχει γίνεται ωραίο. Τι μπορεί κανείς να κάνει απέναντι σε τέτοια ελαφρότητα;

Δείτε και αυτό

Η ανακάλυψη του ‘μηδέν’ και γιατί έχει σημασία

Σήμερα μας φαίνεται δεδομένο και αυταπόδεικτο, αλλά η ύπαρξη του αριθμού «μηδέν» διέφευγε της σύλληψης …

Ένα σχόλιο

  1. Great post! Have nice day ! 🙂 ywrjy

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *