Αρχική / Φιλοσοφία / Τι ήξερε αυτός που δεν γνώριζε τίποτα;

Τι ήξερε αυτός που δεν γνώριζε τίποτα;

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου, Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Ο Σωκράτης ήταν δάσκαλος, όπως το εννοούσε αυτός.»
Γρηγόρης Βλαστός, Σωκράτης – ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος

Για κάποιον που λέει ότι δεν γνωρίζει τίποτα, ο Σωκράτης σίγουρα κάνει πολλές εξαιρετικές δηλώσεις, που εκπλήσσουν τους ακροατές του με την πρωτοτυπία τους. Η έκπληξη οφειλόταν στο ότι οι ηθικές του αρχές δεν συμβάδιζαν με τις κοινές αντιλήψεις της εποχής, είτε όταν αναφερόταν στη φύση της αρετής είτε της τιμωρίας. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν «σωκρατικά παράδοξα»˙ όχι σαν τα μαθηματικά παράδοξα που δεν λύνονται ή επειδή πρέπει να τα αποδεχτούμε σαν ειπωμένα από μια αυθεντία, αλλά ακριβώς επειδή ήταν ενάντια στα ηθικά δόγματα των Αθηναίων (παρά-τη-δόξα).

Ο Σωκράτης στην Ακαδημία Αθηνών (στο βάθος ο Απόλλωνας)
Ο Σωκράτης στην Ακαδημία Αθηνών (στο βάθος ο Απόλλωνας)

Η αρετή είναι γνώση. Αυτός δηλαδή που ξέρει τι είναι καλό, θα το κάνει. Ξεκινώντας με την βασική υπόθεση ότι όλοι μας θέλουμε την ευημερία, μένει μόνο να γνωρίσουμε τι είναι αυτό που θα μας οδηγήσει σε αυτήν. Άρα οποιαδήποτε πράξη κάνουμε που μας προκαλεί κακό, σίγουρα την κάνουμε άθελα ή εν αγνοία μας. Όλες οι αποφάσεις που παίρνουμε στη ζωή μας, προσωπικές ή πολιτικές (να ξεκινήσουν οι Αθηναίοι την Σικελική εκστρατεία ή όχι;), ανοίγουν μπροστά μας άγνωστους δρόμους. Αν ξέραμε εκ των προτέρων ότι το αποτέλεσμα της επιλογής μας θα ήταν βλαβερό, δεν θα είχαμε αμφιβολία για το τι θα έπρεπε να κάνουμε. Ακόμα και κάποιος που καπνίζει ενώ ξέρει ότι θα του κάνει κακό, είναι επειδή δεν το έχει σκεφτεί αρκετά. Αν πραγματικά ήξερε ότι η πράξη αυτή θα επηρεάσει την ευημερία του, θα ενεργούσε διαφορετικά. Μένει μόνο να το συνειδητοποιήσει, να το κάνει βίωμά του. Η πρότερη πίστη του ότι το κάπνισμα κάνει κακό είναι αυτό ακριβώς˙ πίστη. Είναι γνώμη, όχι γνώση, ακόμα κι αν είναι ορθή γνώμη (βλ. Σωκράτης εναντίον Πρωταγόρα – Μπορεί να δδαχτεί η αρετή;). Οι γνώμες όμως δεν είναι σταθερές, αλλά διαφεύγουν από το νου σαν τα έργα του Δαιδάλου.

Ο Σωκράτης, βέβαια, έχει τη φήμη ασκητή[1], και ίσως γι’ αυτό να είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αυτό το παράδοξο χωρίς το δικό του ψυχικό σθένος. Γιατί, για να θεωρηθεί μια πράξη αποτέλεσμα μόνο γνώσης ή άγνοιας, πρέπει να αγνοηθεί η αδυναμία της θέλησης (ακρασία), πράγμα παράλογο. Ο Karl Joel είπε γι’ αυτόν: «οι αδυναμίες της φιλοσοφίας του οφείλονταν στη δύναμη του χαρακτήρα του». Θεωρεί δηλαδή ο Joel ότι ο Σωκράτης όφειλε να εξηγήσει περαιτέρω το πώς θα γίνει κάποιος δίκαιος, όχι ίσως με τέτοιες εντυπωσιακές δηλώσεις, αλλά με μεγαλύτερη πειθώ. Και ο Αριστοτέλης είπε για τον Σωκράτη ότι θα έπρεπε να ασχολείται λιγότερο με τους ορισμούς των αρετών και περισσότερο με το πώς θα τις αποκτήσουμε˙ λιγότερο με το τι είναι ανδρεία και περισσότερο με το πώς θα γίνουμε ανδρείοι. Με την ταύτιση της αρετής με τη γνώση εξαλείφεται το άλογο μέρος της ψυχής[2]. Δεν χρειάζεται να μαντέψουμε την απόκριση του Σωκράτη, αφού στο διάλογο Μένων, ο συνομιλητής του τού ζητάει αυτό ακριβώς: Να σταματήσουν να μιλάνε για το τι είναι η αρετή και να βρούνε πώς θα γίνουν ενάρετοι. Ο Μένων, βέβαια, είναι πολύ πιο επιπόλαιος και βιαστικός από τον Αριστοτέλη, και ουσιαστικά του ζητάει τον εύκολο και ανέξοδο δρόμο προς την απόκτηση της αρετής -θέλει απλά ο Σωκράτης να του πει τι να κάνει. Ο Σωκράτης όμως επιμένει αναρωτώμενος πώς είναι δυνατόν να αποκτήσουμε κάτι όταν δεν ξέρουμε καν τι είναι αυτό˙ όταν δεν ξέρουμε ποια είναι η φύση του (ή, όπως είπαμε και προηγουμένως, το γνώθι σαυτόν πρέπει να προηγηθεί της γνώσης του τρόπου κατάκτησης της ευδαιμονίας).

Αν όμως δεχτούμε ότι όλοι νοιαζόμαστε για την αύξηση της ευημερία μας, και αφού η κατάκτηση της αρετής θεωρείται από τον Σωκράτη αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου (και αφού η αρετή είναι γνώση), οποιαδήποτε πράξη που οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα πρέπει να σημαίνει ότι κάναμε κάποιο λάθος. Κανένας λοιπόν δεν θα έκανε το κακό εν γνώσει του, ή αλλιώς «ουδείς εκών κακός». Αν έχει δίκιο ο Σωκράτης, η ηθική καθορίζεται από τη φυσική αναγκαιότητα. Γιατί σύμφωνα με αυτόν, η πλήρης γνώση είναι που καθοδηγεί την πράξη, και όχι η ελευθερία επιλογής. Πλήρης γνώση όμως προφανώς δεν υπάρχει, και ο Σωκράτης δεν αναγνώριζε την ικανότητα των ανθρώπων να την αποκτήσουν. Σοφοί είναι μόνο οι θεοί, ενώ οι άνθρωποι μένουν με τη φιλοσοφία. Το παράδοξό του, λοιπόν, δεν μας αποποιεί από την ηθική ευθύνη, αλλά μας επιβάλλει το καθήκον της αναζήτησης της γνώσης, κι ας είναι περιορισμένη. Εκτός όμως από το γεγονός ότι αυτή του η δήλωση συνεπάγεται (έστω μόνο φαινομενικά) την άρνηση του ηθικού καθήκοντος, οι περισσότεροι θα σπεύσουν να διαμαρτυρηθούν ότι μπορεί να ειπωθεί μόνο όταν αναφερόμαστε σε πράξεις που ωφελούν ή βλάπτουν τον εαυτό μας, ενώ σαφώς και υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν πολύ καλά ότι μια πράξη θα ωφελήσει μεν τον εαυτό τους αλλά θα βλάψει κάποιον άλλον, και παρόλα αυτά την κάνουν. Πώς θα το αντιμετώπιζε αυτό ο Σωκράτης;

Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Σωκράτης θεωρούσε ότι η βλάβη του άλλου επιδρούσε με κάποιον τρόπο και σε αυτόν που τον έβλαπτε. Και η αλήθεια είναι ότι είχε δηλώσει πως αυτός που αδικεί όχι μόνο βλάπτεται, αλλά βλάπτεται περισσότερο από αυτόν που αδικείται. Μπορεί εμείς να έχουμε συνδέσει μια τέτοια «ηθικολογική» δήλωση με τον Χριστιανισμό, αλλά ο Σωκράτης είχε διατυπώσει πολύ νωρίτερα πως η ψυχή μας βλάπτεται όταν πράττει ύβρη ή αδικία (ίσως σήμερα θα λέγαμε αμαρτία[3]), και δεν υπάρχει κανένας μυστικισμός σε αυτή του την δήλωση. Η πεποίθησή του αυτή προέρχεται από την κοινωνική αποστολή που αισθανόταν, και ήταν μία από τις συνθήκες που θεωρούσε αναγκαία για να συμβιώσουν οι πολίτες αρμονικά, όχι μια εντολή από θεϊκή αυθεντία.

Bernardino di Betto - Socrates
Bernardino di Betto – Socrates (photo)

Δεν υπάρχει σαφής δικαιολόγηση αυτής της αρχής στους σωκρατικούς διαλόγους, και μάλιστα στον Κρίτων αναφέρεται ως κάτι που είχε συμφωνηθεί «στο παρελθόν», σε κάποια άλλη συζήτηση. Είναι όμως ίσως στον ίδιο αυτόν διάλογο που μας δίνεται και το κλειδί για να λύσουμε το μυστήριο που μας παρουσιάζεται. Εκεί ο Σωκράτης αρνείται να διαφύγει από το κελί του με τη βοήθεια των φίλων του επιλέγοντας να υπομείνει την άδικη τιμωρία θανάτωσής του. Το κάνει αυτό, μεταξύ άλλων, επειδή δεν θέλει να υπονομεύσει το πολίτευμα της Αθήνας παραβαίνοντας αυθαίρετα την έννομη απόφαση των συμπολιτών του. Αναγνωρίζει κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο που όσοι μετέχουν στην κοινωνία έχουν αποδεχτεί, και που είναι αναγκαίο για να λειτουργήσει η πόλη, μια πόλη που, με αυτούς τους νόμους, του χάρισε τη ζωή που έζησε απολαμβάνοντας την ελευθερία και την ευρωστία που δεν θα έβρισκε αλλού. Πέθανε λοιπόν για τους Αθηναίους. Γιατί, διαφεύγοντας, ο Σωκράτης θα έβλαπτε την πόλη, δηλαδή τους πολίτες. Και βλάπτοντας τους πολίτες θα έβλαπτε όλα όσα τον έκαναν αυτό που είναι, και κατ’ επέκταση τον εαυτό του και όσους θα έπαιρναν τη θέση του. Εξάλλου, πίστευε πως όταν κάνεις κακό σε κάποιον για να ωφεληθείς ο ίδιος, βλάπτεις την ψυχή σου, την ηθική σου υπόσταση. Και είναι προτιμότερο να αφήσεις κάποιον να βλάψει το σώμα σου παρά να τον βλάψεις εσύ, γιατί έτσι θα βλάψεις την ψυχή σου, που είναι πολύ χειρότερο.

Βλέπουμε πώς ο Σωκράτης βάζει το κοινωνικό δίπλα στο ατομικό αναγνωρίζοντας, όπως και στον Πρωταγόρα, ότι το άτομο δεν μπορεί να ζήσει μόνο του, εισάγοντας στη σκέψη του την κοινωνική δικαιοσύνη και, άρρητα, την έννοια της αλληλεγγύης ως αναγκαίες συνθήκες για τη διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα άγρια ζώα.

Με αυτόν τον τρόπο, η διδασκαλία του μετατρέπει αυτό που πριν φαινόταν ωφελιμιστικό ή και εγωιστικό (γιατί έλεγε πως καλό είναι ό,τι είναι ωφέλιμο) σε κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το ατομικό συμφέρον, προτείνοντας πως όχι μόνο είναι καλύτερο να αδικείται κάποιος παρά να αδικεί, αλλά και πως αυτός που αδικεί είναι καλύτερο (για τον ίδιο) να τιμωρηθεί, παρά να γλιτώσει την τιμωρία. Κι αυτό γιατί η βλάβη που προκύπτει στην ψυχή του όταν διαπράττει αδικία, μπορεί να γιατρευτεί μέσω της τιμωρίας, όπως το φάρμακο γιατρεύει την ασθένεια.

Έχουμε μπροστά μας την πρόταση για μια στάση ηθικής ακεραιότητας, η οποία αποβλέπει στην ατομική ωφέλεια, αλλά που γίνεται δυνατή μόνο μέσω της ανιδιοτέλειας και του κοινωνικού καθήκοντος. Σε αυτό το πλαίσιο, εφόσον περισσότερο βλάπτεται ο αδικοπραγήσας παρά ο αδικημένος, δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από τις αδικίες που μας επιβάλλονται, και δεν κινδυνεύει η ευδαιμονία μας από αυτές. Έχει ελευθερία αυτός που ακολουθεί τον φιλοσοφικό βίο που προτείνει ο Σωκράτης, αφού μένει ανέγγιχτος από τις δυσκολίες της ζωής και τις αδικίες των άλλων, και άρα δεν υποτάσσεται στη μοίρα, αλλά είναι στην ευθύνη του το πώς θα την αντιμετωπίσει.

Το ότι η αρετή είναι γνώση έχει μια συνέπεια˙ πρέπει να είναι δυνατό να διδάσκεται. Το διδακτό της αρετής είναι ένα βασικό πρόβλημα της σωκρατικής φιλοσοφίας, και συχνά φαίνεται να το αρνείται (βλ. Σωκράτης εναντίον Πρωταγόρα – Μπορεί να δδαχτεί η αρετή;). Φαινομενικά όμως μόνο. Στην πραγματικότητα ο Σωκράτης ήθελε απλά να δείξει ότι, ακόμα κι αν είναι διδακτή η αρετή, δεν μπορούν να τη διδάξουν οι σοφιστές. Πάντως, η ιδέα ότι ο καθένας μπορεί να γίνει ενάρετος, κάτι που υποστήριζε ο Σωκράτης, συμβάδιζε με την αντίληψη της ισονομίας που είχε καθιερωθεί στη δημοκρατική Αθήνα˙ πώς θα μπορούσε ο καθένας να γίνει ενάρετος, αν δεν ήταν δυνατόν να λάβει χώρα κάποιου είδους απόκτηση της αρετής;

Socrates - unknown (4th cent.) (photo)
Socrates – unknown (4th cent.) (photo)

Πώς θα πείθαμε, όμως, τη Μήδεια να μην σκοτώσει τα παιδιά της στο τραγικό τέλος του δράματος του Ευριπίδη; Ο Guthrie και η Δραγώνα-Μονάχου υποστηρίζουν ότι η φιλοσοφία του Σωκράτη δεν μπορεί να πείσει κάποιον, όπως η Μήδεια, που γνωρίζοντας με απόλυτη σιγουριά ότι το να σκοτώσει τα παιδιά της είναι επονείδιστο έγκλημα, προβαίνει στην εκτέλεσή του με λίγες μόνο φράσεις δισταγμού. Αυτό, υπαινίσσονται, είναι μια αδυναμία της σωκρατικής ηθικής φιλοσοφίας, αφού για να πειστεί κάποιος να κάνει το καλό σύμφωνα με αυτήν, μάλλον επιβάλλεται η αποδοχή κάποιων αξιωμάτων όπως «είναι χειρότερο να βλάπτεις παρά να βλάπτεσαι» ή «η αδικία βλάπτει την ψυχή του αδικοπραγήσαντος». Η φιλοσοφία, λοιπόν, φαίνεται να ηττάται από την αναμέτρησή της με την πραγματικότητα. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά σωστό.

Ίσως πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, εν συντομία, με τη βοήθεια του Sam Harris και του βιβλίου του Moral Landscape. Ο Harris, που δεν έγραφε αναφορικά με τον Σωκράτη αλλά πρότεινε τη δικιά του σκέψη για μια ηθική βασισμένη στην επιστημονική γνώση, μας καλεί να φανταστούμε το χειρότερο δυνατό σύμπαν, όπου όλοι οι άνθρωποι βιώνουν τη χειρότερη δυνατή δυστυχία για πάντα, και το αντίθετό του, το καλύτερο δυνατό σύμπαν. Προφανώς, ο πραγματικός κόσμος που ζούμε είναι κάπου στο ενδιάμεσο. Οποιαδήποτε πράξη που μας κατευθύνει προς το χειρότερο δυνατό σύμπαν πρέπει να θεωρηθεί ανήθικη, και η αντίθετη ηθική. Ίσως ο Guthrie να θεωρούσε ότι αυτός ο καθορισμός της ηθικής πράξης είναι ένα αξίωμα που χρήζει περαιτέρω δικαιολόγησης για να το πάρουμε στα σοβαρά, αλλά θα πρέπει να διαφωνήσω με αυτή την ένσταση.

Τι μπορεί να μας κατευθύνει στο χειρότερο δυνατό σύμπαν και να μην είναι «κακό»; Τι είναι αυτό στο οποίο θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό του «κακού», αν αυτό δεν μας κατευθύνει εκεί; Αν είναι να έχει κάποιο νόημα η λέξη «κακό» ή «ανήθικο», σίγουρα αφορά το παραπάνω σενάριο. Το να σκοτώνει κάποιος, για παράδειγμα, το θεωρούμε με τόση σιγουριά κακό (αποτελεί παράγοντα πλοήγησης προς το χειρότερο δυνατό σύμπαν), που όλες οι οργανωμένες κοινωνίες το έχουν καταδικάσει με απαγορευτικό νόμο –και αν μια κοινωνία δεν το έχει απαγορεύσει δεν την θεωρούμε οργανωμένη ή πολιτισμένη. Το θεωρούμε αντικειμενικά κακό. Με την ίδια σιγουριά όμως μπορούμε να περιμένουμε κάποιους να μην συμμορφώνονται σε αυτόν τον νόμο (ακόμα κι αν ξέρουν ότι είναι κακό, ακόμα κι αν περιμένουν να είναι μεγάλο το ρίσκο να τιμωρηθούν). Αλλάζει αυτό την αντίληψη που έχουμε απέναντι στο φόνο; Μας μετριάζει καθόλου την αποφασιστικότητα αντιμετώπισής του; Μας κάνει να σκεφτούμε μήπως κάνουμε λάθος ως προς την αντικειμενικότητα της ανηθικότητας της πράξης φόνου; Η απάντηση είναι φυσικά όχι.

Κι αν είναι εύκολο να καταδικάσουμε τον φόνο, είναι γιατί είναι εύκολο να δούμε πόσο καταστροφικός είναι. Το γνωρίζουμε ενστικτωδώς. Η γνώση αυτή δεν είναι κάτι που χρειάζεται να διδαχτεί ή να προταθεί με τη δύναμη της πειθούς. Την ίδια σιγουριά αυτής της γνώσης οραματίζεται ο Σωκράτης (και ο Harris) για ένα πολύ ευρύτερο πεδίο ανθρώπινων ενεργειών, αν όχι όλων όσων μπορούν να χαρακτηριστούν ηθικές ή ανήθικες. Οι Μήδειες του πραγματικού κόσμου δεν πτοούν την ηθική μας φιλοσοφία, όσο κι αν αδυνατούν να πειστούν ή να συμμορφωθούν στην ηθική μας θεώρηση. Απλά τιμωρούνται. Όχι από εκδίκηση, αλλά γιατί η τιμωρία τους ίσως τους αποτρέψει από το να επαναλάβουν την ίδια συμπεριφορά, αλλά και γιατί η κοινωνία έχει ανάγκη προστασίας από αυτές (η τιμωρία εδώ είναι δηλαδή κατεύθυνση προς το καλύτερο δυνατό σύμπαν, και άρα δίκαιη). Όπως βλέπουμε στον Γοργία, ο Σωκράτης δεν αρνείται την τιμωρία, αλλά περισσότερο την επανακαθορίζει (όπως είχε επανακαθορίσει και την έννοια της πολιτικής). Η τιμωρία γι’ αυτόν αποτελεί σωφρονισμό, καθώς ωφελεί τον τιμωρημένο.

Plato in front of the Academy of Athens (photo)
Plato in front of the Academy of Athens (photo)

Και περνάμε έτσι σε μία από τις πιο ακραία επαναστατικές για την εποχή διδαχές του Σωκράτη, την άρνηση της ανταποδοτικότητας. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική ηθική, το να βλάψει κανείς τον εχθρό του ή κάποιον που τον έβλαψε, όσο περισσότερο του επέτρεπε ο νόμος της πολιτείας δεν ήταν κάτι απλώς αποδεκτό, αλλά αξιέπαινο. Ο Αναξίμανδρος είχε αναγάγει την ανταπόδοση σε κοσμική αρχή: τα πρωταρχικά στοιχεία ισορροπούν με το να ανταποδίδουν την αδικία που διέπραξαν το ένα στο άλλο. Η ανταπόδοση αποτελούσε κάποιου είδους χρέος του αδικημένου να εξοφλήσει την αδικία που του επιβλήθηκε, με την έννοια της εκδίκησης να ορίζει ξεκάθαρα την πράξη του. Όπως όμως μας λέει ο Γρηγόρης Βλαστός, η εκδίκηση δεν πρέπει να εννοηθεί εδώ σαν μνησικακία εναντίον του άδικου ή σαν πρόθεση πρόκλησης κακού. Αυτοί που επιβάλλουν την ποινή δεν είναι «επ’ αδεία αδικοπραγούντες», αλλά έχουν κάθε δικαίωμα να τιμωρήσουν, εκπληρώνοντας την απαίτηση της κοινότητας να τηρηθούν οι κανόνες της, παρακινημένοι από αίσθηση καθήκοντος και πίστης στους νόμους. Είναι αυτός που ζητά την αλόγιστη τιμωρία που ο Πρωταγόρας παρομοιάζει με «άγριο θηρίο».

Ο Σωκράτης όμως λέει στον Κρίτων «δεν πρέπει ποτέ να ανταποδίδουμε μιαν αδικία, ούτε να βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, οτιδήποτε και αν έχουμε υποστεί απ’ αυτόν»49c. Απορρίπτοντας την αρχή της ανταπόδοσης, αποτέλεσε τον μόνο αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο που κατόρθωσε αυτήν τη ριζική αμφισβήτηση της κοινής πίστης των συμπολιτών του, προβάλλοντας μια νέα ηθική με κέντρο την ηθική ακεραιότητα του ατόμου. Και δικαιολόγησε αυτήν την στάση με την πεποίθηση ότι η άδικη πράξη βλάπτει την ψυχή του δρώντος.

Ο Σωκράτης όμως δεν απαιτεί να πείσει ούτε τη Μήδεια ούτε κανέναν άλλο για του λόγου του το αληθές, και ακόμα κι ο ίδιος, λέει, δεν είναι σίγουρος για όλα αυτά. Η διαφωνία μεταξύ των μελετητών για το κατά πόσο ήταν ειρωνικός όταν έλεγε ότι δεν ξέρει τίποτα, μάλλον περιττεύει. Όπως και να έχει, είναι ειλικρινής όταν προσπαθεί να μάθει την αλήθεια, αμφισβητώντας ακόμα και όσα πιστεύει με τόσο σθένος, που πέθανε για να μην παραβιάσει η πράξη του τη φιλοσοφική του σκέψη. Αποφεύγει να βαφτίσει τις πεποιθήσεις του «γνώσεις», παρά μόνο «γνώμες», οι οποίες περιμένουν κάποιον να τις διαψεύσει. Στον Γοργία το κάνει σαφές: «εγώ διατυπώνω πάντοτε τον λόγο τούτο, ότι δεν γνωρίζω τι ισχύει σχετικά με αυτά, και ότι απ’ όσους συνάντησα, όπως τώρα, κανείς που μιλούσε διαφορετικά δεν μπόρεσε να μη γελοιοποιηθεί. Υποστηρίζω λοιπόν πως αυτά έτσι έχουν»509a. Οπότε κατά μία έννοια όντως ο Σωκράτης «δεν ξέρει τίποτα», με την προϋπόθεση ότι όταν λέμε «δεν ξέρει» εννοούμε ότι δεν ξέρει με απόλυτη σιγουριά. «Η σοφία που αρνείται να αποδώσει στον εαυτό του είναι η σίγουρη και αλάθητη γνώση» όπως το θέτει ο Dorion. Με κάποια αίσθηση ειρωνείας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αρετή του Σωκράτη ήταν όχι η γνώση, αλλά η άγνοιά του.

Έτσι φτάνουμε και σε ένα τελευταίο παράδοξο: ενώ η ελεγκτική μέθοδός του είναι απορριπτική (βλ. Η Σωκρατική μέθοδος), ο ίδιος είχε, όπως είδαμε, κάποιες πολύ ισχυρές πεποιθήσεις. Είχε προσπαθήσει να βρει κάποιον να καταρρίψει τις πεποιθήσεις του, αλλά ούτε μόνος του μπόρεσε ούτε βρήκε κάποιον που το κατάφερε. Η ανθεκτικότητα στον έλεγχο, λοιπόν, αρκεί για να τις κάνει αδύνατο να απορριφθούν. Κι αν κανείς από τους συνομιλητές του δεν πείστηκε από όσα παράδοξα λέει στους διαλόγους, κανένας όμως δε στάθηκε και στο ύψος των περιστάσεων αποδεικνύοντάς τα εσφαλμένα. Κι αυτό, για τον Σωκράτη, ήταν αρκετό.

[1] Ο Ξενοφών μας λέει πως ο Σωκράτης είχε στην ιδιοκτησία του ελάχιστα πράγματα, αλλά αρνείται να τον χαρακτηρίσει φτωχό, καθώς φτώχεια δεν σημαίνει πενιχρότητα μέσων διαβίωσης, αλλά μάλλον ανεπάρκεια της περιουσίας ενός ανθρώπου σε σύγκριση με τις ανάγκες του.

[2] Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια1216b10: «ζητούσε να μάθει τι είναι δικαιοσύνη, τι ανδρεία και κάθε άλλο είδος αρετής. Αυτό ήταν λογικό, εφόσον πίστευε πως όλες οι αρετές είναι επιστήμες, έτσι ώστε το να γνωρίζει κανείς τη δικαιοσύνη ισοδυναμούσε ταυτόχρονα με το να είναι δίκαιος˙ γιατί από τη στιγμή που έχουμε μάθει γεωμετρία και αρχιτεκτονική είμαστε αρχιτέκτονες και γεωμέτρες. Γι’ αυτόν το λόγο επιζητούσε να μάθει τι είναι αρετή, αλλά όχι πώς και από πού προκύπτει». Και στα Ηθικά Μεγάλα1182a20: «Κάνοντας τις αρετές κλάδους της γνώσης εξαφάνισε το άλογο μέρος της ψυχής, και μαζί μ’ αυτό το πάθος και την ηθική συμπεριφορά».

[3] Η έννοια της ύβρεως βέβαια διαφοροποιείται από την έννοια της αμαρτίας στο ότι δεν αποτελεί παράβαση κάποιου ρητού και προκαθορισμένου θεϊκού κανόνα, αλλά υπέρβαση των ορίων μιας συμπεριφοράς. Το ότι το όριο αυτό δεν ήταν ορισμένο από πριν έδινε την ελευθερία στο άτομο να ενεργεί όπως έκρινε, αλλά και την ηθική ευθύνη να μην ξεπεράσει το όριο, που θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τις τραγικές συνέπειες της θεϊκής τιμωρίας. Οι έννοιες της σωφροσύνης και του γνώθι σ’ αυτόν είναι εδώ πολύ σημαντικές. Στον Φαίδρο237e-238a διαβάζουμε: «Η επικράτηση της γνώμης που, διαμέσου του λόγου, οδηγεί στο καλύτερο και κυριαρχεί, ονομάζεται σωφροσύνη˙ ενώ η επικράτηση της επιθυμίας η οποία, κυριεύοντάς μας, μας οδηγεί ασυλλόγιστα προς τις ηδονές, ονομάζεται ύβρις».

Δείτε και αυτό

Η ανακάλυψη του ‘μηδέν’ και γιατί έχει σημασία

Σήμερα μας φαίνεται δεδομένο και αυταπόδεικτο, αλλά η ύπαρξη του αριθμού «μηδέν» διέφευγε της σύλληψης …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *