Αρχική / Ιστορία / Οι πρόθυμοι αυτόχειρες του Χίτλερ – οι Γερμανοί καμικάζι της μονάδας Λεωνίδας

Οι πρόθυμοι αυτόχειρες του Χίτλερ – οι Γερμανοί καμικάζι της μονάδας Λεωνίδας

Ο φασισμός νικιέται επανειλημμένα, αλλά συνήθως δεν παραδίδεται. Αρνείται την ήττα του, κρατιέται από την ελάχιστη ελπίδα, στέλνει στον θάνατο και τους τελευταίους του ήρωες, χρησιμοποιεί τους στρατιώτες στον πόλεμο όπως τους πολίτες στην ειρήνη: σαν αντικείμενα. Επειδή για το φασισμό δεν υπάρχουν πολίτες, υπάρχουν δούλοι. Το άτομο δεν έχει αξία, οι ανάγκες του είναι ασήμαντες και ο θάνατος ηρωικός (ακόμα και αναγκαίος). Όταν ο ηγέτης φασίστας κινδυνεύει, κινδυνεύει μαζί του ολόκληρη η χώρα˙ γιατί όπως οι έχοντες θέλουν φεύγοντας να «τα πάρουν μαζί τους», έτσι και όταν ο κάθε φυρερίσκος βλέπει το τέλος να έρχεται, αλίμονο στην δικιά του ιδιοκτησία: τον λαό. Μια τέτοια ύστατη, απεγνωσμένη ιστορική στιγμή θα δούμε εδώ, σε ένα περιστατικό που έχει αποσιωπηθεί δεόντως.

Ίσως δεν υπάρχει ιστορικό φαινόμενο πιο εξαντλητικά μελετημένο, από την άνοδο των Ναζί και τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ακόμα υπάρχουν κάποιες ανεξερεύνητες πτυχές του. Όσοι από τους εμπλεκόμενους στην ίδρυση και λειτουργία της μονάδας επιθέσεων αυτοκτονίας των SS επέζησαν, επέλεξαν να αποσιωπήσουν τη συμμετοχή τους ή και την ύπαρξη την ίδια της μονάδας, ίσως σε μια προσπάθεια αποφυγής δυσάρεστων ερωτήσεων, και παραδοχών της ηττοπάθειας του στρατού και της απελπισίας της ηγεσίας στους τελευταίους μήνες του πολέμου. Τα στοιχεία μέχρι και σήμερα παραμένουν λίγα και αποσπασματικά.

Λίγο πριν την ήττα της Γερμανίας από τους Συμμάχους, και ενώ ο Χίτλερ ήταν ήδη κλεισμένος στο καταφύγιο όπου τελικά αυτοκτόνησε, οι Ναζί δοκίμασαν ένα τελευταίο σχέδιο. Εκπαίδευσαν ένα Σώμα πιλότων, το Sonderkommando Elbe, για την εκτέλεση επιθέσεων εμβολισμού εχθρικών στόχων. Η έμπνευση της ίδρυσης του Σώματος βάσει των επιτυχιών των Ιαπώνων καμικάζι δεν επιβεβαιώνεται με στοιχεία, αλλά είναι πολύ πιθανή.

Τυπικά, αυτές δεν ήταν επιθέσεις αυτοκτονίας, καθώς το σκεπτικό ήταν οι πιλότοι να διαφύγουν από το αεροσκάφος (Bf 109) πριν τη σύγκρουση, και να επιβιώσουν, για να ξαναπετάξουν. Το γεγονός όμως ότι δεν υπήρχε σύστημα εκτόξευσης του πιλότου (η συγκεκριμένη τεχνολογία ήταν καινούργια και χρησιμοποιήθηκε σε περίπου 50-60 γερμανικά αεροπλάνα στον 2ο Παγκόσμιο), έριχνε τις πιθανότητες επιβίωσης στο 5%, κάτι που κάνει πολύ αμφίβολο αν οι 2.000 εθελοντές περίμεναν πραγματικά να γλιτώσουν από την επίθεσή τους.

Ramming depiction by Helmuth Ellgaard, 1944 (photo)
Εικονογράφηση εμβολισμού από τον Helmuth Ellgaard, 1944 (photo)

Σκοπός των Sonderkommando ήταν να καθυστερήσουν για 4-6 βδομάδες την Αμερικάνικη προώθηση των βομβαρδιστικών που ισοπέδωναν τον στρατό και τις πόλεις τους, ώστε να έχουν χρόνο να κατασκευάσουν νέα αερομαχητικά (Me 262) και να ανανεώσουν το απόθεμά τους σε καύσιμα, για να ξαναποκτήσουν κυριαρχία στον αέρα. Στόχος των πιλότων ήταν οι ουρές των Συμμαχικών βομβαρδιστικών, ή εναλλακτικά το φτερό πίσω από τη μηχανή ή το κόκπιτ.

Η πρώτη από τις δύο αποστολές της ομάδας (αποστολή «Werewolf») έγινε στις 7 Απριλίου 1945, με 180 αεροσκάφη Bf 109 να αντιμετωπίζουν πάνω από 1.300 Αμερικάνικα (συν τα συνοδευτικά τους), μια αναλογία που κάνει την επιχείρηση να μοιάζει με εξάσκηση στην παράνοια. Τα αρχεία των Αμερικάνων μιλάνε για καταστροφή 8 με 15 βομβαρδιστικών, ενώ η Λουφτβάφε, μάλλον φουσκώνοντας τα νούμερα, αναφέρει 22 με 24.

Η δεύτερη αποστολή έλαβε χώρα 10 μέρες μετά, εναντίον του Σοβιετικού στρατού καθώς διέσχιζε τις γέφυρες του ποταμού Όντερ ανατολικά του Βερολίνου στα σύνορα με την Πολωνία. Οι Γερμανοί κατάφεραν την καταστροφή μερικών γεφυρών, αλλά και στις δύο περιπτώσεις οι απώλειες που προκάλεσαν ήταν ελάχιστες, και αποτέλεσαν μόνο μια μικρή ενόχληση και καθυστέρηση.

Οι Sonderkommando δεν είναι η πρώτη μονάδα που σχηματίστηκε με σκοπό τη χρησιμοποίηση ανδρών σαν βόμβες. Νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 1944 – μήνες πριν τους Ιάπωνες καμικάζι – είχε προταθεί σε έναν απρόθυμο Χίτλερ ο σχηματισμός της αεροπορικής μονάδας «Λεωνίδας» από την φανατική Ναζί Χάνα Ράιτς, η οποία μάλλον, αν κρίνουμε από το όνομα που έδωσε στην ομάδα που οραματίστηκε, ήθελε να δανειστεί λίγο από των ηρωισμό των Σπαρτιατών. Ο Χίτλερ αρνήθηκε αυτήν την απελπισμένη ιδέα της αυτοθυσίας, αφού πίστευε ότι η πολεμική προσπάθεια δεν είχε ακόμα φτάσει σε αδιέξοδο. Η Ράιτς ήταν σημαντική φυσιογνωμία του πολέμου, καθώς ήταν η μία από τις δύο γυναίκες που τιμήθηκαν με τον Σιδηρούν Σταυρό και είχε την υποστήριξη κάποιων ανωτάτων στελεχών του στρατού. Κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον Χίτλερ στην εξοχική του κατοικία στις Άλπεις, τελικά η Ράιτς τον έπεισε, και έτσι ιδρύθηκε η μονάδα (με την επίσημη ονομασία «5th Staffel of Kampfgeschwander 200»), με την ίδια σαν εκπαιδεύτρια.

Αυτού του είδους οι επιθέσεις αυτοκτονίας είχαν ρίζες στην Γερμανική μυθολογία, και εκμεταλλεύτηκαν το ναζιστικό πνεύμα. Οι Ναζί ανέσυραν από το Τευτονικό Τάγμα της μυθολογίας (και όχι της ιστορίας) τον συμβολισμό του˙ τον Ιπποτισμό, τους όρκους αίματος και την ιδέα του πολέμου ενάντια στον εξ ανατολής εχθρό («Είναι στην ανατολή, μόνο και πάντα προς την ανατολή, που οι φλέβες της φυλής μας πρέπει να εξαπλωθούν. Είναι η κατεύθυνση που η Φύση η ίδια έχει αποφανθεί για την εξάπλωση των Γερμανικών λαών» – Χίτλερ, 7/2/1945). Οι Τεύτονες είχαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, ουσιαστικά ήταν μοναχοί-πολεμιστές, και προστάτευσαν την Γερμανία από Ρώσους και Σλάβους εχθρούς. Ο κώδικάς τους ήταν να πεθάνουν στη μάχη παρά να παραδοθούν (γνωστή ήταν η παράδοση της «πορείας προς τον θάνατο» – Totenritt). Ο Χάινριχ Χίμλερ τους Τεύτονες είχε στο μυαλό του όταν οργάνωσε τους SS και τους μετέτρεψε από μια μικρή παραστρατιωτική πτέρυγα, στην μεγαλύτερη και πιο ισχυρή οργάνωση των Ναζί. Αυτοί ήταν η δικιά του εκδοχή των Τευτόνων.

Hannah Reitsch wore the cross Hitler had given her until her dying days. (photo)
Η Χάνα Ράιτς φορούσε τον σταυρό που της είχε δώσει ο Χίτλερ, μέχρι τις τελευταίες της μέρες (photo)

Το σκάφος που θα χρησιμοποιούσαν οι νέοι «Σπαρτιάτες» ήταν στην πραγματικότητα μια τροποποιημένη βόμβα, με την προσθήκη ενός κόκπιτ για την φιλοξενία του πιλότου. Η εκπαίδευση ξεκίνησε με 70 εθελοντές, κυρίως νεοσύλλεκτους. Και εδώ ο πιλότος αναμενόταν να κάνει προσπάθεια να βγει από το αεροσκάφος, αλλά η τοποθέτηση του κόκπιτ στο μπροστινό μέρος του, μετέτρεψε το σχέδιο διαφυγής σε φαντασίωση. Οι εθελοντές απαιτούνταν να υπογράψουν δήλωση που ανέγραφε:

«Αιτούμαι εθελοντικά να συμμετάσχω στην ομάδα αυτοκτονίας σαν μέρος του ανθρώπινου ανεμοπλάνου-βόμβας. Καταλαβαίνω πλήρως ότι η συμμετοχή μου με αυτόν τον τρόπο συνεπάγεται τον θάνατό μου.»

Εν τέλει, το σχέδιο θεωρήθηκε σπατάλη ζωών και πόρων, οπότε δεν εκτελέστηκε καμία αποστολή από τους Λεωνίδες. Εναλλακτικά, χρησιμοποιήθηκε μια κατευθυνόμενη βόμβα, που αποδείχθηκε ανεπαρκής για να προκαλέσει σοβαρές απώλειες.

Αργότερα, από τις 17 μέχρι τις 20 Απριλίου του 1945, κατά τη διάρκεια της μάχης του Βερολίνου, πιλότοι του «Λεωνίδας» χρησιμοποίησαν οποιοδήποτε αεροσκάφος έβρισκαν διαθέσιμο και έκαναν επιθέσεις αυτοκτονίας («ολοκληρωτικές αποστολές») για να καταστρέψουν γέφυρες και να εμποδίσουν την σοβιετική προώθηση στην πρωτεύουσα. Το τίμημα των 35 πιλότων ήταν μάλλον πολύ υψηλό για το μηδαμινό αντάλλαγμα της προσωρινής καθυστέρησης των Σοβιετικών.

One of the aircrafts that flew the “final missions” (Focke-Wulf Fw 190s) (photo)
Ένα από τα αεροσκάφη που πέταξαν «ολοκληρωτικές αποστολές» (FockeWulf Fw 190s) (photo)

Ο Χίτλερ τις τελευταίες μέρες του, και αφού η ήττα φαινόταν σίγουρη, διέταξε την επιχείρηση «Νέρων», σύμφωνα με την οποία η υποδομή της χώρας θα καταστρεφόταν από την ηγεσία της, για να παραδοθεί στους νικητές «καμένη γη». Για να παραφράσω τον Έλιοτ, ο Χίτλερ ήθελε να φύγει όχι μ’ έναν λυγμό, αλλά μ’ έναν πάταγο. Σύμφωνα με την τευτονική ιδέα «ή νικητής ή νεκρός», μια από τις τελευταίες του εντολές ήταν να πλημμυρίσουν τα υπόγεια τούνελ που φιλοξενούσαν χιλιάδες Γερμανούς πολίτες, για να εμποδιστεί η προώθηση των Ρώσων. Το αποτέλεσμα ήταν να πεθάνουν μερικές χιλιάδες άνθρωποι, όχι από πνιγμό αφού το ύψος του νερού έφτασε περίπου το ένα μέτρο, αλλά από τον πανικό που προκλήθηκε, με τους πιο αδύναμους να ποδοπατούνται από τους υπόλοιπους.  Με αυτήν του την κίνηση, που πολλοί ονομάζουν παρανοϊκή, ο Χίτλερ «τιμώρησε» το λαό του, που δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις δικές του προσδοκίες και οδήγησε την χώρα στην ήττα.

Το φασιστικό καθεστώς εκμεταλλεύτηκε την ιστορία και τη μυθολογία για να φανατίσει τους υποτελείς του, εντάσσοντας την πολεμική προσπάθεια στο χώρο του φαντασιακού και του συμβολικού˙ και όταν είδε να φτάνει το τέλος του, με την πολύ κυριολεκτική εικόνα των εχθρικών βομβαρδιστικών, θεωρώντας τον λαό του προδότη, θέλησε να τον πάρει μαζί του στον θάνατο. Όπως και στην περίπτωση των Ιαπώνων καμικάζι, ο φασισμός αρνήθηκε ν’ αποδεχτεί την ήττα του και χρησιμοποίησε τους περισσότερο αφοσιωμένους σε αυτόν πολίτες ως όπλα, στέλνοντάς τους σε απεγνωσμένες αποστολές αυτοκτονίας, ξέροντας ότι δεν είχαν πραγματικές ελπίδες να αλλάξουν τη ροή του πολέμου.

Two Messerschmitt Bf 109 aircrafts (Sonderkomando Elbe) (photo)
Δύο αεροσκάφη Messerschmitt Bf 109 των Sonderkomando Elbe. (photo)

Δεν είναι τυχαίο που η Ιαπωνία και η Γερμανία αποφεύγουν την αναφορά στους πιλότους αυτοκτονίας. Η παράλειψη αυτή υποδηλώνει το πόσο αποτρόπαιο θεωρούν και οι ίδιοι το να οδηγούνται οι στρατιώτες σε σίγουρο θάνατο (πολύ συχνά οι καλύτεροι από αυτούς) μόνο και μόνο για μερικά μέτρα εδάφους ακόμα, ή για μερικά εχθρικά εμπόδια λιγότερα. Φυσικά, και οι δημοκρατικές κυβερνήσεις σε καιρό πολέμου, τον φαντάρο τον βλέπουν σαν έναν ακόμα αναλώσιμο πόρο, και συχνά όχι σαν τον πιο πολύτιμο. Όπως γράφει ο Χάμφρεϊ Κομπ στο «Σταυροί Στο Μέτωπο» (που ο Στάνλεϊ Κιούμπτικ μετέφερε αριστουργηματικά στην ομώνυμη ταινία του), παρουσιάζοντας έναν στρατηγό να εικάζει την έκβαση μιας επικείμενης αποστολής:

«Φυσικά, άνδρες θα χρειαστεί να σκοτωθούν. Πιθανών πολλοί. Θα απορροφήσουν σφαίρες και βλήματα, κάνοντας δυνατή την προώθηση των υπολοίπων…Θα έχουμε 5% απώλειες από το δικό μας φράγμα πυρός, 10% ακόμα για να περάσουν το ουδέτερο έδαφος και ακόμα 20% για να περάσουν το συρματόπλεγμα. Μένει το 65%, με το δυσκολότερο κομμάτι να έχει περάσει. Ας πούμε ακόμα 25% για να πάρουμε τελικά τον λόφο. Μας μένουν ακόμα αρκετοί για να τον κρατήσουμε.»

Αυτό σημαίνει ότι 60% των δικών του στρατιωτών, ο στρατηγός το θεωρεί αποδεκτή (και σίγουρη) απώλεια για την κατάληψη ενός λόφου. Η περίπτωση των καμικάζι όμως (και των Γερμανών «ομολόγων» τους) διαφέρει. Οι Γάλλοι στρατιώτες του 1ου Παγκοσμίου στο παραπάνω απόσπασμα δεν είχαν δικαίωμα επιλογής. Αν αρνούνταν να εκτελέσουν τη διαταγή να προχωρήσουν, θα πέθαιναν από πυρά των ανωτέρων τους. Και όταν έκαναν την επίθεση είχαν την ελπίδα ότι θα βγουν ζωντανοί˙ μπορεί και να μην ήξεραν καν πόσο λίγες πιθανότητες είχαν. Οι καμικάζι είχαν επιλέξει να συμμετέχουν στις αποστολές τους εθελοντικά και ο θάνατος ήταν σίγουρος. Όπως σωστά παρατηρεί ο Όργουελ (στην κριτική του «Ο Αγών Μου» του Χίτλερ) μερικοί άνθρωποι δεν αρκούνται στην άνεση και την ασφάλεια, στο μικρό ωράριο και την υγιεινή (δηλαδή στην κοινή λογική)˙ μερικοί άνθρωποι επιθυμούν αγώνα και κίνδυνο, αυτοθυσία και θάνατο. Αυτοί είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι υποστηρικτές του φασισμού, αυτοί που παρουσιάζονται και σήμερα με τα μονίμως οργισμένα πρόσωπα, αυτοί που αντί να προσπαθήσουν να φτιάξουν το «χαλασμένο σύστημα» θέλουν να το καταστρέψουν ολοκληρωτικά για να το αντικαταστήσουν με τη δικιά τους (χαλασμένη) εκδοχή.

Όταν το άτομο υποτάσσεται ολοκληρωτικά στο κράτος (η ειδοποιός διαφορά του ολοκληρωτικού καθεστώτος), δεν είναι απλά αναμενόμενο από το καθεστώς να θυσιάσει όσους χρειάζεται για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του, είναι ο στρατιώτης που οφείλει να αυτοθυσιαστεί για χάρη του. Οι καμικάζι ήταν το πρότυπο του φασίστα στρατιώτη, ολοκληρωτικά υποταγμένοι και πλήρως αφοσιωμένοι. Και αυτό ενοχλεί τους ηττημένους φασίστες. Η αχρείαστη σπατάλη των γενναιότερων και ικανότερων δείχνει την σαθρότητα του καθεστώτος˙ αν είχαν νικήσει μπορεί και να τους πρόβαλαν σαν παραδείγματα για μίμηση. Γιατί όπως είπε και ο Χίτλερ: «Αν κερδίσεις, δεν χρειάζεται να εξηγήσεις…Αν χάσεις, δεν θα είσαι εκεί για να εξηγήσεις!». Όταν το άτομο δεν έχει ατομική υπόσταση, όταν μόνο το σύνολο έχει λόγο ύπαρξης, η προσωπικότητα εξαφανίζεται και αναλαμβάνει ο ωφελιμισμός να καθορίζει τη δράση και τη σκέψη. Το τι είναι καλό για το κράτος.

Στον φασισμό δεν υπάρχουν άτομα, υπάρχει μόνο η ιδέα του κράτους.

Πηγές:

Δείτε και αυτό

Ο Βίτγκενσταϊν και το Τελετουργικό

«Περίγραφε μόνο, μην εξηγείς» Ludwig Wittgenstein Ο Χρυσός Κλώνος του Σερ Τζέιμς Τζωρτζ Φρέιζερ είναι …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *