Αρχική / Kostas Sapardanis (σελίδα 5)

Kostas Sapardanis

Θρησκευτική Λογοκρισία – Η Περίπτωση Σαλμάν Ρούσντι

“Τι είναι η ελευθερία έκφρασης; Χωρίς την ελευθερία να προσβάλεις, παύει να υπάρχει.”
Salman Rushdie

Salman Rushdie (1947-) (photo)
Salman Rushdie (1947-) (photo)

Τη μέρα του Αγ. Βαλεντίνου του 1989 ο Αγιατολάχ Χομεϊνί έστειλε ένα ραβασάκι διαφορετικό από τα συνηθισμένα στον Σαλμάν Ρούσντι μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού Radio Tehran. Εξέδωσε εναντίον του μια φάτουα (φετφάς, fatwa), όπου καλούσε οποιονδήποτε από τους Μουσουλμάνους της υφηλίου να αναζητήσουν και να εκτελέσουν το διάσημο συγγραφέα για το βλάσφημο βιβλίο του Σατανικοί Στίχοι. Ήταν μια πράξη που οδήγησε σε θάνατο περίπου 50 άτομα και συνεπήρε την παγκόσμια κοινή γνώμη καθώς αποτελούσε την πρώτη φορά που ο ηγέτης ενός κράτους καταδίκαζε σε θάνατο έναν πολίτη μιας άλλης χώρας.

Ένα χρόνο πριν, το 1988, κυκλοφόρησε το εν λόγω βιβλίο, ενώ ο Ρούσντι είχε ήδη στο ενεργητικό του φήμη και βραβεία, αλλά και μια σειρά από προηγούμενες αντιπαραθέσεις και διαμάχες. Η πρωθυπουργός της Ινδίας Ίντιρα Γκάντι του είχε κάνει μήνυση για δυσφήμηση με αφορμή την καρικατούρα της στο Παιδιά του Μεσονυχτίου και ο Ζία Ουλχάκ, πρόεδρος του Πακιστάν, ενοχλημένος από την απεικόνισή του στο Όνειδος απαγόρευσε το βιβλίο αυτό στη χώρα του.

Στο καινούργιο του πόνημα, καταπιάστηκε με το θέμα της μετανάστευσης, της αναζήτησης ταυτότητας, της απώλειας της πίστης και της σύγκρουσης πολιτισμών (Ανατολής-Δύσης), όντας ο ίδιος μετανάστης από την Ινδία, όπου γεννήθηκε, στην Βρετανία. Μία υποπλοκή του βιβλίου αφορά το όνειρο/όραμα του τρελού πρωταγωνιστή, όπου βιώνει περιστατικά με το ρόλο κάποιου «Μαχούντ», ενός προφήτη μονοθεϊστικής θρησκείας σε μία πολυθεϊστική κοινωνία, ο οποίος εξαναγκάζεται να παραδεχτεί την ύπαρξη τριών θεοτήτων δίπλα στον θεό του, κάτι που κάνει μόνο αφού συμβουλευτεί τον ίδιο του τον θεό. Σύντομα όμως μαθαίνει ότι τον κορόιδεψε ο διάβολος παίρνοντας τη μορφή του θεού και ανακαλεί. Παρόμοιο απόσπασμα, που περιγράφει τον διάβολο να εξαπατά τον προφήτη Μωάμεθ χρησιμοποιώντας το προσωπείο του θεού, αποτελεί μέρος μιας απόκρυφης μουσουλμανικής παράδοσης με την επωνυμία «Σατανικοί Στίχοι». Αυτός είναι ο λόγος που έβαλε σε μπελάδες τον Ρούσντι καθώς αυτοί οι στίχοι θεωρούνται θέμα ταμπού. Πέρα από αυτό, ο Ρούσντι συνεχίζει την αλληγορία του αναφερόμενος σε πόρνες που συναντάει ο Μαχούντ που έχουν τα ονόματα των συζύγων του Μωάμεθ, κάτι που εξόργισε πολλούς Μουσουλμάνους που ήρθαν αντιμέτωποι με το κείμενο. Μια άλλη πρόκληση ήταν ότι το όνομα Μαχούντ ήταν το όνομα που είχαν δώσει παλιότερα οι δυτικοί στον Μωάμεθ και σήμαινε κάτι σαν «διάβολος» ή «ψευδής προφήτης».

Burning the blasphemous book (photo)
Κάψιμο του βλάσφημου βιβλίου (photo)

Ήδη πριν από την φάτουα, πολύ σύντομα μετά την έκδοση του βιβλίου, ξέσπασαν αντιδράσεις στην Αγγλία από τοπικές κοινότητες πιστών, που οδήγησαν μέχρι και στο κάψιμο αντιτύπων του στους δρόμους. Ένας μουσουλμάνος ακτιβιστής που ήταν παρών, ενώ θυμάται τα γεγονότα, λέει «τα βιβλία καιγόταν υπέροχα» και περιέγραψε τα τεκταινόμενα σαν μια «θαυμάσια σκηνή». Στην Ινδία, όπου ζούσαν 100 εκατομμύρια Μουσουλμάνοι και η χώρα ετοιμαζόταν για εκλογές ένα χρόνο μετά, το βιβλίο απαγορεύτηκε (ίσως για τη δημιουργία πόλωσης των ψηφοφόρων), και ακολούθησαν πολλές άλλες χώρες.

Η απαγόρευση δε σταμάτησε τις διαδηλώσεις, όχι μόνο στην Ινδία αλλά και στο γειτονικό Πακιστάν, όπου μπορούσε κανείς να δει συνθήματα όπως «Ο Ρούσντι πρέπει να λιθοβοληθεί μέχρι θανάτου» και «Ρούσντι, είσαι νεκρός». Στην πρωτεύουσα του Πακιστάν, το Ισλαμαμπάντ, πέντε άνθρωποι πέθαναν κατά τη διάρκεια διαδήλωσης 10.000 ατόμων, και ένας ακόμα την επόμενη μέρα σε πόλη της Ινδίας. Τα γεγονότα τράβηξαν την προσοχή του Αγιατολάχ Χομεϊνί, που προχώρησε στην επικήρυξη σε θάνατο όχι μόνο του Ρούσντι αλλά και των εκδοτών του και όσων άλλων πήραν μέρος στην έκδοση του βλάσφημου βιβλίου. Όποιος γενναίος Μουσουλμάνος, λοιπόν, εκτελούσε αυτό το θέλημα του θεού θα γινόταν μάρτυρας, και όποιος δεν αισθανόταν ικανός να το κάνει, είχε την υποχρέωση να μαρτυρήσει την τοποθεσία τού (δηλωμένου άθεου και άρα αποστάτη του Ισλάμ) συγγραφέα σε κάποιον πιο ανδρείο από αυτόν. Ακολούθησαν επικηρύξεις επί χρήμασι εναντίον του Ρούσντι από μια ιρανική οργάνωση και από κάποιον Ιρανό επιχειρηματία (για 3 εκατ. δολάρια). Το 2016, σαράντα κρατικά ΜΜΕ προσέφεραν εκ νέου 600.000 ως χρήματα επικήρυξης.

Ο Ρούσντι αμέσως, και υπό την προστασία ανδρών της βρετανικής κυβέρνησης, τρέπεται σε φυγή και έκτοτε διαμένει σε μυστικές τοποθεσίες. Αναγκάζεται για καιρό να κοιμάται σχεδόν κάθε νύχτα σε διαφορετικό σπίτι, απομονώνεται από τον περίγυρό του και ο γάμος του διαλύεται υπό την πίεση των γεγονότων. Το Δεκέμβριο του 1990, σε μια κίνηση που άφησε άναυδους όσους τον ήξεραν, δήλωσε δημόσια λίγο-πολύ πιστός Μουσουλμάνος, κάτι που δεν τον βοήθησε στο να αναιρεθεί η φάτουα. Ο θάνατος του Χομεϊνί τον Ιούνη του 1989 σήμαινε ότι η καταδίκη θα παρέμενε για πάντα, εφόσον μόνο αυτός που εκδίδει μια φάτουα έχει τη δύναμη να την πάρει πίσω.

Ακολούθησαν βομβιστικές επιθέσεις σε βιβλιοπωλεία ακόμα και της Αμερικής, και οι βιβλιοπώλες επέλεγαν είτε να αποσύρουν το βιβλίο είτε να το πουλάνε στα κρυφά. Δεκάδες ήταν τα θύματα από τέτοιες επιθέσεις σε Αμερική και Αγγλία. Στο Βέλγιο, δύο Μουσουλμάνοι κληρικοί που κάλεσαν τους πιστούς σε εγκράτεια σχετικά με το θέμα, βρέθηκαν νεκροί στο μεγαλύτερο τζαμί της χώρας.

Burning the writer’s effigy (photo)
Κάψιμο ομοιώματος του συγγραφέα (photo)

Εν τω μεταξύ, όπως ήταν αναμενόμενο, όλες αυτές οι ακρότητες έκαναν το βιβλίο μπεστ-σέλερ και, καθώς αυξανόταν η φήμη του, οξύνονταν και τα επεισόδια εναντίον του. Στο Λονδίνο άρχισαν να καίνε ομοιώματα του Ρούσντι σε πλατείες. Στην Ιαπωνία μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου ο μεταφραστής της Ιαπωνικής έκδοσης. Απόπειρα έγινε και στο Μιλάνο κατά του Ιταλού μεταφραστή. Στη Νορβηγία ο εκδότης του βιβλίου πυροβολήθηκε τρεις φορές αλλά επιβίωσε. Ο Τούρκος μεταφραστής, ο διάσημος συγγραφέας Αζίζ Νεσίν, ήταν ο στόχος της εμπρηστικής επίθεσης φανατικών στο Σίβας της Τουρκίας, που οδήγησε σε θάνατο 37 ατόμων που παρευρίσκονταν σε συνέδριο (ο ίδιος ο Νεσίν γλίτωσε). Μόνο μία απόπειρα έγινε κατά του ίδιου του Ρούσντι, που ματαιώθηκε καθώς η βόμβα που προορίζονταν για αυτόν εξερράγη πρόωρα σκοτώνοντας τον επίδοξο δολοφόνο.

Πέρασαν 6 χρόνια για να ξαναρχίσει να εκδίδει βιβλία ο Ρούσντι, και να αρχίσει σιγά-σιγά να αντιμετωπίζεται σαν συγγραφέας παρά σαν το κέντρο μιας θανατηφόρας διαμάχης. Για πολλά χρόνια απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις, και συνευρέσεις με φίλους του μπορούσε να έχει μόνο σε άκρα μυστικότητα.

Κάποιοι συγγραφείς θέλοντας να συμπαρασταθούν στον συνάδελφό τους, αποφάσισαν να δηλώσουν «συνυπεύθυνοι» στην προσβολή κατά του Ισλάμ, δοκιμάζοντας έτσι και το κατά πόσο κινδύνευε ο Ρούσντι στην πραγματικότητα. Όταν ο Κρίστοφερ Χίτσενς, ένας από αυτούς τους συγγραφείς, τον αντικατέστησε όταν δεν μπορούσε να παραβρεθεί ο ίδιος σε μια παρουσίαση βιβλίου του σε μια πόλη της Αμερικής, και αφού η αίθουσα άδειασε, βρέθηκε στον χώρο τοποθετημένη μια βόμβα, που ευτυχώς είχε συναρμολογηθεί άκομψα και μόνο για αυτόν τον λόγο δεν εξερράγη.

Συμπαράσταση όμως δεν βρήκε από πολλούς˙ σύντομα μετά την ανακοίνωση του Χομεϊνί, πολιτικοί της χώρας του (ήταν Βρετανός πολίτης) τού επιτέθηκαν από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος. Μέλος των Εργατικών (Κιθ Βαζ) καλούσε να απαγορευτεί το βιβλίο και ο Νόρμαν Τέμπιτ του Συντηρητικού Κόμματος τον αποκάλεσε αχρείο, του οποίου «η δημόσια ζωή είναι γεμάτη απεχθείς ενέργειες προδοσίας της ανατροφής, της θρησκείας, της νέας του πατρίδας και της εθνικότητάς του». Το πρόβλημα που πολλοί από αυτούς εντόπισαν στην έκδοση της φάτουα ήταν: ‘γιατί οι Βρετανοί πολίτες να ξοδεύουν τόσα χρήματα από τους φόρους τους για την προστασία κάποιου που ήταν ουσιαστικά ξένος;’ Διάφοροι κύκλοι (ακόμα και αριστεροί) και δημόσια πρόσωπα όπως ο συγγραφέας Τζον ΛεΚαρρέ και ο μαρξιστής Τζον Μπέργκερ, απέτυχαν παταγωδώς να υπερασπιστούν στο όνομα του Ρούσντι την ελευθερία έκφρασης, που είναι το θεμέλιο μιας ανοικτής, δημοκρατικής κοινωνίας, και του καταλόγισαν ότι έπρεπε να μην κάνει κριτική στο Ισλάμ, ότι θα έπρεπε να περιμένει τέτοιες ακραίες αντιδράσεις, ότι κατά κάποιο τρόπο «καλά να πάθει». Χαρακτηριστική ήταν και η στάση του Αγγλο-Έλληνα τραγουδοποιού Cat Stevens, ο οποίος είχε αλλάξει το όνομά του σε Γιουσούφ Ισλάμ όταν ασπάστηκε τη Μουσουλμανική θρησκεία το 1977, ο οποίος δήλωσε δημόσια ότι συμφωνεί με τον Χομεϊνί και ότι αν ήξερε που κρύβεται ο Ρούσντι θα τον κατέδιδε για να δολοφονηθεί.

Ayatollah Ruhollah Khomeini (1902-1989) (photo)
Ayatollah Ruhollah Khomeini (1902-1989) (photo)

Θρησκευτικοί ηγέτες ανά τον κόσμο (Βατικανό, Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπουρι, Αρχιραββίνος των Ασκενάζι του Ισραήλ και άλλοι στην Αμερική) στάθηκαν δίπλα στον Χομεϊνί, υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα μιας θρησκείας να μην γίνεται αντικείμενο προσβολής. Δεν θα έπρεπε φυσικά να περιμένουμε τίποτα διαφορετικό από αυτούς, αφού ξέρουν πολύ καλά ότι αν ανοίξει ο δρόμος της «βλασφημίας», δηλαδή της κριτικής από κάποιον που δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις δοξασίες της εκάστοτε θρησκείας, δεν θα υπάρξει τίποτα να τον σταματήσει από το να φτάσει και στα δικά τους πιστεύω, όπως έγινε μια δεκαετία πριν με την ταινία Η ζωή του Μπράιαν των Μόντι Πάιθον. Το πράο χέρι των θρησκειών είναι μακρύ και φτάνει μέχρι τις πιο απροσδόκητες διεξόδους της νόησής μας, είτε πρόκειται για μια θεατρική παράσταση του Corpus Christi είτε για την δημοσίευση πολύχρωμων κόμικ σε μια μικρή εφημερίδα της Δανίας είτε για κάποιο γκρουπ του facebook όπου κόντεψε να οδηγήσει στη φυλακή τον Φίλιππο Λοΐζο.

Δέκα χρόνια μετά την έκδοση της φάτουα, η δήλωση του Ιρανού Προέδρου Χαταμί πως «ούτε θα στηρίξει ούτε θα αποτρέψει δολοφονικές απόπειρες κατά του Ρούσντι», φαίνεται να έχει ελαττώσει κατά πολύ τον κίνδυνο που διατρέχει ο διάσημος συγγραφέας, ο οποίος όμως ακόμα δέχεται κάθε 14 Φεβρουαρίου μια απειλητική κάρτα «Αγ. Βαλεντίνου» από το Ιράν που του υπενθυμίζει ότι αυτή η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Διαβάστε:

Δείτε:

Οικονομικές εκκεντρικότητες της Βόρειας Κορέας

«Παλιά υπήρχαν πτώματα στους δρόμους, τώρα πέφτεις σε  μποτιλιάρισμα»
Andrei Lankov

Στις δεκαετίες που κυβέρνησε ο Κιμ Ιλ Σουνγκ, η Βόρεια Κορέα έγινε μια κοινωνία όπου το κράτος πήρε τον έλεγχο της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής των πολιτών της σε βαθμό που δεν είχε προηγούμενο σε καμία άλλη χώρα. Η ιδιωτική πρωτοβουλία στην οικονομική ζωή εξαλείφθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και ο ρόλος του χρήματος μειώθηκε σημαντικά. Το 1957 το εμπόριο ρυζιού και δημητριακών (οι σημαντικότερες πηγές θερμίδων των Βορειοκορεατών) απαγορεύτηκε και τα αγαθά αυτά διατίθεντο αποκλειστικά από το κράτος σε καθορισμένες ημερήσιες μερίδες, σε μια συμβολική τιμή. Οι αγρότες παροτρύνονταν να δουλεύουν μόνο σε κρατικές φάρμες, και δεν τους γινόταν επιτρεπτό να καλλιεργούν δική τους γη άνω των 100τ.μ., κι αυτό μόνο σε μερικούς. Δεν τους παρέχονταν λίπασμα ή άλλες προμήθειες για το δικό τους χωράφι, ώστε να μην έχουν κίνητρο να δουλεύουν παραγωγικά για τον εαυτό τους.

The statues of Kim Il Sung and Kim Jong Il (photo)
Τα αγάλματα των Κιμ Ιλ Σουνγκ και Κιμ Γιονγκ Ιλ (photo)

Η χώρα εισήλθε σε μια περίοδο άκρατης προσωπολατρίας για τον Κιμ Ιλ Σουνγκ, ο οποίος ίδρυσε το κράτος με το Σύνταγμα του 1948 και οδήγησε τη χώρα σε πόλεμο με τη Νότια Κορέα που κράτησε από το 1950 μέχρι το 1953. Επιβλήθηκαν ασφυκτικοί περιορισμοί πολιτικών και θρησκευτικών ελευθεριών και η Βόρεια Κορέα απομονώθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο σε βαθμό που δεν έχει επαναληφθεί.

Παρόλα αυτά, σε σύγκριση με τη Νότια Κορέα, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’60, δεν ήταν προφανές σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ότι ο βορράς ήταν σε χειρότερη μοίρα από τους διχοτομημένους συμπατριώτες τους. Στο νότο, η εισοδηματική ανισότητα ήταν μεγαλύτερη και οι σφαγές αντιφρονούντων από το ακροδεξιό καθεστώς ήταν περισσότερες. Κινέζοι πρόσφυγες κατέφευγαν στη Βόρεια Κορέα όπου τοποθετούνταν σε θέσεις εργασίας και τους παρέχονταν κατοικία. Υπήρξε επίσης σημαντική ανάπτυξη στον τομέα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της υγείας.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 όμως, η ποιότητα ζωής πήρε τον κατήφορο και ποτέ δεν ανέκυψε. Η εκπληκτική πρόοδος του νότου συνέπεσε με την περίοδο παρακμής του βορρά. Μέχρι το ’80 η Νότια Κορέα είχε γίνει η πιο ανεπτυγμένη χώρα της ηπειρωτικής Ασίας. Η Βόρεια Κορέα είχε ένα ασυνήθιστα μεγάλο ποσοστό στρατιωτικής δύναμης, που απορροφούσε μεγάλο μέρος των πόρων της οικονομίας. Τη δεκαετία του ’90 υπήρχαν 1,1 με 1,2 εκατομμύρια στρατιώτες (σε μια χώρα περίπου 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, κάπου 1 στους 20 πολίτες ήταν ένστολοι). Οι άνδρες περνούν μεταξύ 7 και 10 χρόνια της ζωής τους στο στρατό.

Η οικονομία υπέστη μεγάλο πλήγμα με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, χάνοντας την κύρια πηγή οικονομικής στήριξής της. Πολλοί δυτικοί πίστευαν ότι η Βόρεια Κορέα θα κατέρρεε, όπως οι ευρωπαϊκές χώρες του ανατολικού μπλοκ, ή ότι θα προχωρούσε σε μεταρρυθμίσεις με προσανατολισμό στη δημιουργία αγορών, όπως το Βιετνάμ και η Κίνα. Δεν συνέβη όμως τίποτα από τα δύο. Η Ρωσία και η Κίνα δεν ήταν πλέον διαθέσιμες να προσφέρουν δωρεάν οικονομική βοήθεια και πρώτες ύλες στην χρεοκοπημένη χώρα. Τώρα απαιτούσαν συνάλλαγμα, που η Βόρεια Κορέα δεν διέθετε. Με τη λήξη του ψυχρού πολέμου η στήριξη της Βόρειας Κορέας από τους δύο συμμάχους της έγινε όχι μόνο πολιτικά περιττή, αλλά και οικονομικά αδύνατη. Μέχρι το 2000 η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά το ήμισυ σε σχέση με το 1990. Επίσημα, τα περισσότερα εργοστάσια έμειναν ανοιχτά και οι υπάλληλοι συνέχισαν να πηγαίνουν στη δουλειά, χωρίς όμως να εργάζονται στην πραγματικότητα.

Kim Il Sung on the side of the farmers (photo)
Ο Κιμ Ιλ Σουνγκ στο πλευρό των αγροτών (photo)

Η γεωργία είχε γίνει εξαρτημένη τις προηγούμενες δεκαετίες από τα χημικά λιπάσματα της σοβιετικής ένωσης, τα οποία όμως τώρα άρχισαν να σπανίζουν. Η τεχνητή άρδευση (αναγκαία, καθώς το νερό έπρεπε να ανεγερθεί μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από την πηγή του) αποδείχθηκε προβληματική όταν η παραγωγή ρεύματος παράκμασε. Τέλος, η ιδέα να καλλιεργηθούν τα χωράφια σε αναβαθμίδες οδήγησε τη γεωργική παραγωγή σε καταστροφή. Η ιδέα είχε χαιρετηθεί σαν ιδιοφυής προσωπική έμπνευση του Κιμ Ιλ Σουνγκ, αλλά ήταν ακατάλληλη για τη Βόρεια Κορέα, όπου οι αυξημένες βροχές του ’95 και ’96 αχρήστευσαν τις σοδειές, αποσαθρώνοντας τα εδάφη. Το φταίξιμο ρίχτηκε από την κυβέρνηση στις καιρικές συνθήκες, όμως πρέπει να σημειωθεί ότι εξίσου εκτεταμένες βροχές έπεσαν και στην Κίνα (η πραγματική πηγή έμπνευσης για καλλιέργεια σε αναβαθμίδες) και η μοναδική συνέπεια της «φυσικής καταστροφής» ήταν να αυξηθούν οριακά οι τιμές του λάχανου και του κρεμμυδιού.

Η γεωργική παραγωγή μειώθηκε στο μισό και το σύστημα διανομής μερίδων με δελτία κατέρρευσε. Ο λιμός που ακολούθησε οδήγησε στο θάνατο περίπου 1 εκατομμύριο Κορεάτες (το 4% του πληθυσμού της χώρας) και 16 εκατομμύρια ανθρώπους σε ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας. Πρόσφυγες προσφέρουν αξιόπιστες μαρτυρίες ευρέως διαδεδομένου κανιβαλισμού, με ανθρώπινο κρέας να πωλείται σαν ζωικό στις αγορές πολλών πόλεων. Οι συνέπειες του λιμού είναι ακόμα φανερές, καθώς οι σημερινοί υποσιτισμένοι Βορειοκορεάτες είναι 15 εκατοστά πιο κοντοί από τους νότιους συμπατριώτες τους. Αυτοί που επέζησαν του λιμού το κατάφεραν με το να ξαναανακαλύψουν τον καπιταλισμό, και το καθεστώς με το να χαλαρώσει τα δεσμά των υπηκόων του.

The famine mostly hurt the younger and the older civilians (photo)
Ο λιμός χτύπησε κυρίως τις ευαίσθητες ηλικίες (photo)

Την περίοδο 1998-2008 το 80% του εγχώριου εισοδήματος προήρθε από παράνομες οικονομικές δραστηριότητες. Οι μικρές, τοπικές, μαύρες αγορές που εμφανίστηκαν στις πόλεις της Βόρειας Κορέας δεν εγκαινιάστηκαν ούτε υποστηρίχθηκαν από τις αρχές, αλλά έγιναν ανεκτές από ένα καθεστώς που δεν μπορούσε πλέον να αρκείται στο να βαπτίζει τους πολίτες του «τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους του κόσμου».

Στην επαρχία οι αγρότες ξεκίνησαν την καλλιέργεια απομονωμένων αγροτεμαχίων για προσωπική χρήση, όταν το κράτος επέμενε να διατηρεί τα πιο εύφορα της χώρας για δημόσια διανομή. Στις πόλεις ανακάλυψαν το ιδιωτικό εμπόριο. Στην αρχή πουλούσαν αντικείμενα του νοικοκυριού που δεν χρειαζόντουσαν πια ή τα αντάλλασαν για φαγητό. Αυτή η δραστηριότητα σύντομα εξελίχθηκε σε εμπόριο και οικιακή παραγωγή (π.χ. εργόχειρων). Μέχρι σήμερα έχει αναπτυχθεί μέχρι και σε εμπόριο χονδρικής, από πολίτες που έχουν συγγενείς στην Κίνα που τους προσφέρουν το πλεονέκτημα μιας πηγής κεφαλαίου και επιχειρηματικής εμπειρίας αλλά και εμπορευμάτων, καθώς ο πλήρης έλεγχος των συνόρων με την Κίνα έχει γίνει αδύνατος, και πληθώρα λαθρέμπορων έκαναν την εμφάνισή τους.

The decline and under-development is obvious in satellite images of night-time North Korea, where the entire country is in darkness (photo)
Η παρακμή και η υπανάπτυξη είναι προφανής σε δορυφορικές φωτογραφίες της ΒΚ, όπου φαίνεται ολόκληρη η χώρα στο σκοτάδι (photo)

Οι ηγέτες της Βόρειας Κορέας αντιστέκονται σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όχι όμως για ιδεολογικούς λόγους ούτε από άγνοια για την πραγματικότητα του υπόλοιπου κόσμου. Δεν είναι ούτε ιδεολόγοι ούτε παράλογοι. Αντιθέτως, οι λόγοι για τους οποίους αρνούνται κάθε μεταρρύθμιση είναι πραγματιστικοί, καθώς η άρχουσα τάξη ξέρει πολύ καλά ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες της διχασμένης χώρας τους, οποιαδήποτε μεταρρύθμιση μπορεί να αποβεί μοιραία γι’ αυτούς, ότι θα συνιστούσε πολιτική (ή και κυριολεκτική) αυτοκτονία. Οποιαδήποτε μεταρρύθμιση θα ήταν αδύνατη χωρίς μια σημαντική μείωση στον περιορισμό της επικοινωνίας και της πληροφόρησης. Αν όμως οι Βορειοκορεάτες γίνουν πλήρως ενήμεροι της οικονομικής κατάστασης και της ευημερίας που απολαμβάνουν οι νότιοι σε σχέση με αυτούς, η νομιμότητα του καθεστώτος θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα και πολύ πιθανών να γινόταν μη ανεκτό. Χωρίς οικονομικές μεταρρυθμίσεις η οικονομία θα καταρρεύσει, αλλά αν οι μεταρρυθμίσεις λάβουν χώρα, θα καταρρεύσει το πολιτικό σύστημα.

Το 2009 ο Κιμ Γιονγκ Ιλ επιχείρησε την εφαρμογή μιας μεταρρύθμισης για να βγει από το αδιέξοδο η καταρρέουσα οικονομία, να αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός και ταυτόχρονα να πληγούν οι μαύρες «αντισοσιαλιστικές» αγορές. Χρησιμοποιήθηκε ένα γνωστό μέτρο, η νομισματική μεταρρύθμιση. Αυτό είναι ένα μέτρο που χρησιμοποίησαν στο παρελθόν πολλές κομμουνιστικές χώρες, όπως έκανε και ο Στάλιν το 1947 αλλά και η ίδια η Βόρεια Κορέα το ’59, το ’79 και το ’92. Το σενάριο έχει ως εξής: Μια μέρα ο πληθυσμός μαθαίνει ότι τα χαρτονομίσματα που διαθέτουν θα αχρηστευθούν σε σύντομη χρονική περίοδο και θα αντικατασταθούν από καινούργια. Οι πολίτες μπορούν να αντικαταστήσουν τα παλιά χαρτονομίσματα με καινούργια, αλλά έχουν μικρή προθεσμία και, ειδικά για μετρητά, όριο στο ποσό αντικατάστασης. Επίσης, οι χώροι όπου μπορούν να το κάνουν είναι περιορισμένοι. Για τις τραπεζικές καταθέσεις οι περιορισμοί είναι λιγότεροι, οπότε προφανώς αυτοί που έχουν να χάσουν περισσότερα είναι όσοι απέκτησαν χρήματα από παράνομες δραστηριότητες (όπως οι μαύρες αγορές) και τα κρατούν σε μετρητά.

Η μεταρρύθμιση συνοδεύτηκε (όπως συνήθως) από υποτίμηση του νομίσματος. Δύο μηδενικά θα αφαιρούνταν από το παλιό νόμισμα Γουόν, κάτι που θα έριχνε τις τιμές στα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του ‘90. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της μεταρρύθμισης στη Βόρεια Κορέα υπήρξαν κάποιες ιδιαιτερότητες. Ο χρόνος που δόθηκε για την ανταλλαγή ήταν λιγότερο από μια βδομάδα και όσοι εργάζονταν σε κρατικά εργοστάσια και οργανισμούς (δηλαδή όλοι οι νομίμως εργαζόμενοι) θα συνέχιζαν να λαμβάνουν τον ίδιο μισθό που έπαιρναν πριν την υποτίμηση! Αυτό σήμαινε αύξηση μισθού 10.000% για αυτούς τους εργαζόμενους (ουσιαστικά το σύνολο του πληθυσμού). Οι δυτικοί αρχικά αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι θα εφαρμοζόταν τέτοιο μέτρο, καθώς ήξεραν ότι τέτοια «αύξηση μισθού» δεν θα γινόταν πραγματικότητα με μια απλή παρέμβαση στην ονομαστική αξία ενός χαρτονομίσματος. Στην πραγματική οικονομία οι άνθρωποι μοιράζουν πεπερασμένους πόρους για συγκεκριμένα ανταλλάγματα και δεν μπορούν απλά να δημιουργήσουν πόρους στα χαρτιά.

Σε ολόκληρη τη χώρα ακολούθησε πανικός και οι πολίτες αγόραζαν ό,τι μπορούσαν πριν λήξει η προθεσμία. Οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν δραματικά και οι προσπάθειες των αρχών να ορίσουν ανώτατες τιμές και στη συνέχεια να κλείσουν όλες τις αγορές απέτυχαν να σταθεροποιήσουν την οικονομία. Τα αγαθά απλά αποσύρθηκαν από τους ίδιους τους εμπόρους καθώς δε συνέφερε να τα πουλήσουν στις τιμές που όριζε το κράτος. Οι προσπάθειες της ηγεσίας της Βόρειας Κορέας να αγνοήσει τους νόμους της αγοράς και της ζήτησης αποδείχθηκαν τόσο άκαρπες όσο αν προσπαθούσε να παραβιάσει το νόμο της βαρύτητας. Όταν κλείσανε και τα τελευταία καταστήματα οι συνέπειες αυτού του φιάσκου επηρέασαν και τα μέλη της ελίτ. Δεν είχε σημασία αν κάποιος ήταν στρατηγός, αστυνομικός ή επιτυχημένος έμπορος. Όλοι είχαν δυσκολία να προμηθευτούν φαγητό για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Όταν η δυσφορία έφτασε σε επικίνδυνα επίπεδα και άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για οριστική κατάρρευση της οικονομίας, η κυβέρνηση αναγκάστηκε όχι μόνο να επιτρέψει το άνοιγμα των καταστημάτων αλλά και να αποσύρει κάθε περιορισμό που είχε επιβάλλει στις τοπικές αγορές τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν ξανά επιτρεπτό (αν και παρέμενε τυπικά παράνομο) να πωλούνται ακόμα και δημητριακά. Έτσι, η κυβέρνηση παραδέχθηκε έμμεσα ότι, στην μορφή που είχε, η οικονομία της χώρας δεν μπορούσε να επιβιώσει χωρίς λειτουργικές αγορές.

Hotel Ryugyong in Pyongyang is almost completely vacant, permanently (photo)
Το ξενοδοχείο Ryugyong στην Πιονγιάνγκ, σχεδόν άδειο επί μονίμου βάσεως (photo)

Μένει να δούμε τι εξελίξεις θα ακολουθήσουν από την ηγεσία του Κιμ Γιονγκ Ουν, για τον οποίο έχουμε ελάχιστες πληροφορίες (ακόμα και η ημερομηνία γέννησής του δεν είναι γνωστή με ακρίβεια). Κάποιοι υποψιάζονται ότι δεν έχει τη στήριξη της ελίτ, η οποία όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τον αντικαταστήσει. Άλλοι λένε ότι ο νέος Κιμ θέλει να είναι μεταρρυθμιστής αλλά μέχρι να τοποθετήσει σε καίριες θέσεις της κυβέρνησής του δικούς του ανθρώπους δεν έχει μεγάλα περιθώρια δράσης. Όπως και να έχει, αυτές είναι εικασίες. Το μόνο που φαίνεται προφανές είναι ότι αν το καθεστώς συνεχίσει όπως τις προηγούμενες έξι δεκαετίες, με αυταρχικούς θεσμούς, απομονωτική συμπεριφορά και επίδειξη ανικανότητας στο χώρο της οικονομίας, η κατάρρευση είναι απλά θέμα χρόνου.

Διαβάστε:

Δείτε:

Κατηγορώντας Τα Θύματα – Οι Δανοί και η Βαρβαρότητα

«Δεν υπάρχει θεός, και οι προφήτες του είμαστε εμείς»
Κόρμακ ΜακΚάρθυ, «Ο Δρόμος»

Αυτή η ιστορία θα ήταν αστεία, αν δεν ήταν τραγική. Είναι η ιστορία του πώς μια ντουζίνα κωμικά σκίτσα συντέλεσαν στον θάνατο 200 περίπου ανθρώπων, ενώ οι δυτικοί ηγέτες, και κατά πολύ η δυτική κοινωνία, απέτυχαν στο να υπερασπιστούν το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, υποκύπτοντας στο φόβο αντίποινων από θρησκευτικούς εξτρεμιστές, στο όνομα της αυτό-λογοκρισίας και της πολιτικής ορθότητας.

Το 2005, μια δανέζικη εφημερίδα (JyllandsPosten) αποφάσισε να πάρει μέρος στον διεθνή διάλογο σχετικά με την κριτική στο Ισλάμ, μια εποχή που επικρατούσε ένταση γύρω από το θέμα, αφού πρόσφατα είχε λάβει χώρα βομβιστική επίθεση στο Λονδίνο, όπως και στη Μαδρίτη ένα χρόνο πριν και στη Νέα Υόρκη το 2001, όλες από Ισλαμιστές βομβιστές.

Pakistan (photo)
«Καταδικάζουμε τη Δύση για τη βλασφημία κατά του Αγίου Προφήτη μας», στο Πακιστάν (photo)

Η ιστορία ξεκίνησε με την απόπειρα της συγγραφέως Kare Bluitgen να βρει εικονογράφους για το παιδικό της βιβλίο Το Κοράνι και η ζωή του Προφήτη Μωάμεθ, κάτι που αποδείχτηκε αδύνατο αφού οι τρεις πρώτες της επιλογές αρνήθηκαν φοβούμενοι αντίποινα κατά αυτών και των οικογενειών τους. Το ζήτημα των αντιποίνων είχε πρόσφατα κυριεύσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη: το 2004 ο Ολλανδός σκηνοθέτης Theo Van Gogh είχε δολοφονηθεί από φανατικό Ισλαμιστή μετά το γύρισμα μια ταινίας μικρού μήκους για τη θέση της γυναίκας στο Ισλάμ, και η συνεργάτης του (η αποστάτης του Ισλάμ Ayaan Hirshi Ali) στοχοποιήθηκε επίσης και τράπηκε σε φυγή. Η απεικόνιση του Μωάμεθ, και μερικές φορές η όποια κριτική στο Ισλάμ, θεωρείται βλασφημία από πολλούς Μουσουλμάνους, και μάλιστα βλασφημία που χρίζει καταδίκης σε θάνατο. Το θέμα άνοιξε μεγάλη συζήτηση στη Δανία σχετικά με την αυτολογοκρισία και τον θρησκευτικό φανατισμό, και οδήγησε την εφημερίδα να κάνει ένα πείραμα για να διαπιστωθεί αν τα μέλη της Δημοσιογραφικής Ένωσης Σκιτσογράφων αισθάνονταν ελεύθεροι να δημοσιεύσουν καρτούν που απεικόνιζαν τον προφήτη.

Από τα 42 μέλη της ένωσης, τελικά δημοσιεύτηκαν 12 μόνο σκίτσα. Πολλοί εφημεριδοπώλες αρνήθηκαν να διαθέσουν την εν λόγω έκδοση. Αμέσως άρχισαν αντιδράσεις από πολίτες, οργανισμούς και πρεσβευτές μουσουλμανικών κρατών στην Κοπεγχάγη. Χώρες όπως το Πακιστάν, η Αίγυπτος, η Αλγερία, η Ινδονησία, ακόμα και η πιο κοσμική Τουρκία, ζητούσαν επίσημα από τον πρωθυπουργό της Δανίας να παρέμβει και τον κατηγορούσαν για απραξία, αν και καμία σχέση δεν έχει η συγκεκριμένη εφημερίδα με την κυβέρνηση, ενώ η δημοσίευση των επίμαχων σκίτσων δεν συνιστούσε καμία παράβαση νόμου. Επειδή το θέμα δεν προχωρούσε, τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση δύο Δανοί ιμάμηδες ετοίμασαν ένα ντοσιέ με τα στοιχεία της υπόθεσης (συμπεριλαμβανομένων και των σκίτσων) και έκαναν το γύρο μουσουλμανικών χωρών ξεσηκώνοντας αντιδράσεις. Υπόψη ότι στις χώρες αυτές το κοινό δεν είχε μέχρι τότε γνώση του συμβάντος, και ότι στο ντοσιέ περιλαμβάνονταν και τρία επιπλέον σκίτσα που δεν είχαν απολύτως καμία σχέση με τη δανική δημοσίευση, τα οποία μάλιστα ήταν πολύ πιο προκλητικά από τα αρχικά.

Στον μουσουλμανικό κόσμο ξέσπασαν εξεγέρσεις, με θανάτους που υπολογίζονται πάνω από 200, και διαδηλώσεις σε κέντρα δυτικών πρωτευουσών όπου μπορούσε κανείς να δει συνθήματα όπως «θάνατος στους βλάσφημους» και «αποκεφαλίστε αυτούς που προσβάλλουν το Ισλάμ». Ένας υπουργός στην Ινδία προσέφερε χρηματική αμοιβή σε όποιον αποκεφάλιζε «τον Δανό κομίστα», και ακολούθησε ένας άλλος στο Πακιστάν. Πολλές χώρες του Ισλάμ ξεκίνησαν εμπάργκο σε δανικά προϊόντα με αποτέλεσμα μείωση 15,5% των εξαγωγών της χώρας τους μήνες που ακολούθησαν. Η κατάσταση ξεπέρασε κάθε προσδοκία καθώς οι πρεσβείες της Δανίας στη Μέση Ανατολή δέχονταν παρατεταμένες απειλές από εξαγριωμένα πλήθη, και σημειώθηκε μέχρι και απαγωγή ενός Γερμανού στη Γάζα, με την απαίτηση συγγνώμης της Ε.Ε. για τα καρτούν (αργότερα αφέθηκε ελεύθερος χωρίς σωματικές βλάβες). Το Γαλλικό σατυρικό περιοδικό Charlie Hebdo, που αργότερα έγινε γνωστό από την ένοπλη επίθεση στα γραφεία του στις αρχές του 2015 (βλέπε επόμενο άρθρο), αναδημοσίευσε τις εικόνες και Μουσουλμανικές ομάδες του έκαναν μήνυση για την οποία αθωώθηκε (με τον Φρανσουά Ολάντ να καταθέτει υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης).

Ο εκδότης της εφημερίδας και ένας από τους κομίστες (ο Kurt Westergaard) έγιναν οι κύριοι στόχοι των φανατικών και αναγκάστηκαν να ζουν έκτοτε υπό την προστασία κρατικών υπηρεσιών. Πολλές απόπειρες έχουν γίνει εναντίον τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το 2010, όταν ο Westergaard κρύφτηκε στο δωμάτιο πανικού που είχε εγκαταστήσει στο σπίτι του επειδή ένας εξτρεμιστής αποφάσισε να του πάρει το κεφάλι, και μέχρι να καταφτάσει η αστυνομία χτυπούσε με τσεκούρι την πόρτα του θωρακισμένου δωματίου (τραγικό, όχι αστείο). Μέχρι σήμερα παραμένουν κρυμμένοι υπό την απειλή εκτέλεσης.

Embassy of Denmark in Syria (photo)
Πρεσβεία της Δανίας στη Συρία (photo)

Ελάχιστες μεγάλες εφημερίδες αναδημοσίευσαν έστω κάποια από τα σκίτσα, και κάποιες το έκαναν μόνο και μόνο για να τα κατακρίνουν (πλήρης λίστα εδώ – στην Ελλάδα μόνο η Ελευθεροτυπία φαίνεται να ανατύπωσε ένα από αυτά). Σε κάποιες περιπτώσεις απολύθηκαν οι υπεύθυνοι για την αναδημοσίευση επιμελητές. Σε μια προφανώς κακή επιλογή προτεραιοτήτων, πολιτικοί ηγέτες της δύσης έσπευσαν να υπερασπιστούν την ελευθερία λόγου και το δικαίωμα έκφρασης…αυτών που ζητούσαν το θάνατο των σκιτσογράφων!

Τους σκιτσογράφους, λοιπόν, ποιος θα τους υπερασπιστεί; Οι εκλεγμένοι μας αυτοί αντιπρόσωποι όπως και οι δημοσιογράφοι που βγάζουν το ψωμί τους ακριβώς από το δικαίωμα αυτό της ελευθεροτυπίας, αντί να αντισταθούν στη βαρβαρότητα κατηγόρησαν τα θύματα μιας πρωτοφανούς αδικίας. Τη στάση των πολιτικών ακολούθησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, και θρησκευτικοί ηγέτες –Χριστιανοί και Εβραίοι- ξέροντας ότι αν στήριζαν τη σάτιρα σε μία περίπτωση (ενάντια στο Ισλάμ) δε θα έχουν καμιά δικαιολογία να ενίστανται κάθε φορά που η κριτική στρέφεται εναντίον τους (όπως στην περίπτωση Corpus Christi, του γέροντα Παστίτσιου, του Τελευταίου Πειρασμού κλπ).

Μουσουλμανικοί φορείς και λόγιοι στα δυτικά ΜΜΕ, αν και δήλωναν ότι «κατακρίνουν τη βία», επέμεναν ότι για τα επεισόδια έφταιγαν οι Δανοί, που όφειλαν να σεβαστούν τα πιστεύω των ομόθρησκών τους και ότι αισθάνονταν «βαρύτατα προσβεβλημένοι» από τη δημοσίευση. Και αυτοί είναι που αυτοαποκαλούνται «μετριοπαθείς»! Δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτό, έλεγαν, να προστατεύεται ο Χριστιανισμός με νόμους περί βλασφημίας, και ταυτόχρονα να υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση προς το Ισλάμ. Ελπίζω να είναι ήδη προφανές ότι δεν θα βρείτε στον παρόν συγγραφέα έναν υποστηρικτή των νόμων περί βλασφημίας, όπως επίσης ελπίζω ότι δεν δημιουργείται σύγχυση μεταξύ της περίπτωσης των δανικών καρτούν και των νόμων αυτών. Ποιος από εσάς δεν έχει συναντήσει σε σκίτσα εφημερίδων παπάδες, καλόγριες, αγίους και τον Χριστό ακόμα, να παρουσιάζονται χιουμοριστικά και με έντονη κριτική διάθεση, ακόμα και χλευαστικά; Κάποιοι από εσάς ίσως και να προσβλήθηκαν, πόσοι όμως έφτασαν στο σημείο να ζητήσουν απαγόρευση τέτοιων εικόνων; (Και πόσοι ζήτησαν το θάνατο των σκιτσογράφων;) Είναι οι Ισλαμιστές που ζητάνε ειδική μεταχείριση με το να εξαιρούνται από το στόχαστρο του χλευασμού. Και το ζητάνε με την απειλή της βίας, με εμπρησμούς και με τσεκούρια˙ πράγματα που κατά ειρωνικό τρόπο επαληθεύουν τα ίδια στερεότυπα που κατηγορούν τους σκιτσογράφους ότι αναπαρήγαγαν.

Από ό,τι μπορούμε να μάθουμε εδώ, απαγόρευση στην απεικόνιση του Μωάμεθ δεν υπάρχει στο Κοράνι, υπάρχει όμως σε κάποια χαντίθ (θρησκευτικά κείμενα όπου περιγράφονται λεγόμενα του Μωάμεθ που δεν συμπεριλήφθηκαν στο Κοράνι). Παραδοσιακά, τα σχετικά χαντίθ που αναφέρουν την εν λόγω απαγόρευση γίνονται αποδεκτά από όλους τους Μουσουλμάνους, Σουνίτες και Σιίτες (αν και τα τελευταία χρόνια οι Σιίτες είναι πιο ελαστικοί και, π.χ. στη σιιτική Συρία, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται αναπαραστάσεις του προφήτη). Δεν είναι, δηλαδή, μόνο η εικόνα του προφήτη που ενόχλησε, αλλά κυρίως το ότι τα συγκεκριμένα σκίτσα είχαν αρνητική χροιά. Η ένσταση αυτών των Μουσουλμάνων δεν αφορά μόνο μια παράβαση κάποιου διφορούμενου θρησκευτικού δόγματος˙ αυτό που φαίνεται να θέλουν στην πραγματικότητα είναι η φίμωση κάθε αντίθετης γνώμης, κάθε απόπειρας χλευασμού, κάθε κριτικής θέσης απέναντι στο σύστημα ιδεών τους. Εξάλλου, οι συγκεκριμένοι ιμάμηδες που ξεσήκωσαν το μουσουλμανικό κόσμο αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να προσθέσουν οι ίδιοι στη συλλογή σκίτσων και μια εικόνα που έδειχνε τον προφήτη σαν γουρούνι -ακάθαρτο ζώο κατά το Ισλάμ.

Στην περίπτωση των Δανών, όμως, μιλάμε για τις ενέργειες κάποιων μη-μουσουλμάνων, σε μια μη-μουσουλμανική χώρα, στους οποίους επιχειρείται να εφαρμοστεί η σαρία˙ είτε εκ των υστέρων μέσω καταστολής των «ενόχων» (σύμφωνα με τους μετριοπαθείς) ή προκαταβολικά με τη μορφή της αυτό-λογοκρισίας («ας πρόσεχαν») σε όσους σκεφτούν να πράξουν αντίστοιχα στο μέλλον.

Palestinians against freedom of speech as well (photo)
Και οι Παλαιστίνιοι κατά της ελευθερίας του λόγου (photo)

Αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να γράφουμε νομοθεσία που θα εξασφαλίζει ασφάλεια στον ανοιχτό διάλογο και την ελευθερία έκφρασης, ενάντια σε κάθε είδους θρησκευτική ή άλλη προσπάθεια επιβολής δόγματος ή κατάργησης ενός δικαιώματος που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο. Αντιθέτως, χάρη σε μια λανθάνουσα πολιτική ορθότητα, φαίνεται να παραδίδουμε τα κεκτημένα χωρίς καν μια αξιοπρεπή αντίσταση.

Ακόμα και μέχρι σήμερα, όποιος αποφασίσει να αναπαράγει τα δανικά σκίτσα, μάλλον πρέπει να υπολογίζει στο ότι θα περάσει απαρατήρητος για να μην αλλάξει δραματικά η ζωή του, και όχι στο ότι το θέμα ξεχάστηκε. Δεν είναι τυχαίο που τα σκίτσα δεν αναπαράγονται σε αυτόν τον χώρο, ενώ αξίζουν έπαινοι στο ειδησεογραφικό πρακτορείο ΑΙΝΑ που τα ανάρτησε στο διαδίκτυο, όπως και σε κάποιες σκανδιναβικές εφημερίδες που τα αναδημοσίευσαν το 2008 σε ένδειξη συμπαράστασης στους συναδέλφους τους με την αφορμή της αποκάλυψης εκ νέου συνομωσίας για τη δολοφονία των Δανών υπευθύνων.

Είναι πραγματικά απίστευτος ο τρόπος που οι συγκεκριμένες, στην πραγματικότητα ήπιες, εικόνες θα γίνονταν η αφορμή για απειλές, εμπρησμούς, απαγωγές και θανάτους. Όπως κάποιος είπε όμως, μόνο η τέχνη πρέπει να είναι πιστευτή, η πραγματικότητα όχι.

Μόνη υποχρέωση που έχουμε είναι να μην προσβάλλουμε τα άτομα που υποστηρίζουν μια ιδέα ή μια θρησκεία. Οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα˙ οι ιδέες και οι θρησκείες όχι.

Αναλυτικά τα γεγονότα εδώ.

Ο Σωκράτης ενάντια στην προγονολατρεία

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Για όποιον άνθρωπο έχουν εξαρτηθεί από τον ίδιο όλα όσα οδηγούν στην ευδαιμονία…αυτός έχει προετοιμαστεί να ζήσει με τον καλύτερο τρόπο, αυτός είναι ο σώφρων και ο γενναίος και ο φρόνιμος»247e-248a
Πλάτων, Μενέξενος

Όσο κι αν φαίνεται παράλογο να αισθάνεται κανείς περήφανος για κάτι που δεν έκανε ο ίδιος, άλλο τόσο είναι παρήγορο για αυτούς που είναι έτσι φτιαγμένοι, ώστε να μην μπορούν να αντέξουν την ευθύνη της ζωής τους προσπαθώντας να δικαιολογήσουν μια ατομική ύπαρξη που θεωρούν ανούσια. Αυτοί οι γνωστοί τυφλοί αναγνώστες των δοξασμένων προγόνων με συνοφρυωμένα πρόσωπα και…μεγάλο εκτόπισμα καταλήγουν μόνο να ενοχλούν, ενώ ζητάνε τόκους από δάνεια που δεν έδωσαν, καπηλεύοντας μια υπεροχή που δεν κέρδισαν στο όνομα της δικιάς τους κατωτερότητας.

Γι’ αυτούς η αρχαία Ελλάδα δεν είναι Ιστορία, είναι μια συνείδηση που οικειοποιούνται χωρίς να γνωρίζουν, ενώ αρέσκονται στους χλευαστικούς αναχρονισμούς – «όταν εμείς χτίζαμε τον Παρθενώνα οι άλλοι τρώγανε μπανάνες στα δέντρα». Η αλήθεια, εξάλλου, δεν έχει σημασία για τον προγονολάγνο, μόνο ο θαυμασμός και η περηφάνια που συνοδεύουν έστω και μια αναφορά ενός από τους «μεγάλους της αρχαιότητος» ή κάποιο στρατιωτικό κατόρθωμα του φιλοπόλεμου παρελθόντος μας. Αν τους έπαιρνε κανείς στα σοβαρά όλους αυτούς, θα πίστευε ότι στην αρχαία Ελλάδα κι ο τελευταίος αγρότης απήγγειλε Όμηρο ή έγραφε τη δικιά του Πολιτεία και ότι το κάθε ελληνόπουλο σκότωνε στη μάχη ντουζίνες ετεροχρονισμένων «βαρβάρων» πριν ενηλικιωθεί.

Όμως, και η αρχαία Ελλάδα είχε τη δικιά της αρχαιότητα και τους δικούς της αρχαιολάγνους και ο Σωκράτης τους ειρωνευόταν με το ίδιο σθένος που χρησιμοποιούσε κατά των σοφιστών και όλων εκείνων που νόμιζαν ότι ήξεραν όσα δεν μπορούσαν να ξέρουν ή όσων ζούσαν τον ανεξέταστο βίο. Γι’ αυτό και ο Επιτάφιος λόγος του κατακλύζεται από σκωπτική διάθεση λέγοντας όσα θα ήθελαν να ακούσουν οι Αθηναίοι σε έναν έπαινο της Αθήνας, αδιαφορώντας για την αλήθεια που ενοχλεί και φέρνει σε αμηχανία εκείνους που προτιμούν να φαντασιώνονται ένα άσπιλο παρελθόν από το να μαθαίνουν απ’ τα λάθη και τις αποτυχίες αυτών που προηγήθηκαν. Οι Επιτάφιοι εξάλλου, όπως σημειώνει ο Taylor, ανήκαν στο είδος της ρητορικής που ονομαζόταν «επιδεικτικός λόγος», φτιαγμένοι με καλλωπιστικά στοιχεία, λεκτική διακόσμηση και μια έξαρση στο ύφος που δεν υπήρχαν στους δικανικούς και πολιτικούς λόγους, οπότε άρμοζαν για μια απόπειρα σάτιρας της πατριωτικής ανάγνωσης της ιστορίας.

Πριν καν ξεκινήσει τον λόγο του ο Σωκράτης ειρωνεύεται στον Μενέξενο[1] το ίδιο το είδος του Επιτάφιου λόγου, ότι ως έπαινος ικανοποιεί αποτελεσματικά το ακροατήριο «λέγοντας για τον καθένα τα προτερήματα που έχει και δεν έχει»235a, τόσο που κάνει τον θάνατο στη μάχη ευπρόσδεκτο, αφού τον μετατρέπει σε ευκαιρία να ενταφιαστεί κάποιος με τιμές και μεγαλοπρέπεια, ακόμα κι αν είναι φτωχός.

Πηγή: Γιάννης Γαίτης
Πηγή: Γιάννης Γαίτης (photo)

«Εσύ, Σωκράτη, πάντα ειρωνεύεσαι τους ρήτορες», του λέει ο Μενέξενος, αλλά ο φιλόσοφος συνεχίζει, για να κολακεύσει αρχικά την καταγωγή των νεκρών. Τα πρώτα εύσημα απευθύνονται στους προγόνους και σε όλα όσα χρωστάνε οι νεκροί του πολέμου σ’ αυτούς. «Έγιναν λοιπόν ενάρετοι επειδή γεννήθηκαν από ενάρετους»237a. Οι πρόγονοι εδώ χαρακτηρίζονται αυτόχθονες «που δεν είχαν έλθει από αλλού», κι ας είχαν μετοικήσει στην Αθήνα οι Αθηναίοι από μέρη μακρινά (καταγόμενοι από Πελασγούς, Ίωνες κ.α.). Αλλά, όπως είπαμε, η αλήθεια έχει μικρή σημασία μπροστά στη θεμελίωση της γενεαλογικής υπεροχής ή, ακόμα περισσότερο, της περηφάνιας που ανιχνεύεται στα ίδια τα χώματα που πάτησαν οι τότε και οι τώρα. «Η χώρα τούτη είναι άξια επαίνου απ’ όλους τους ανθρώπους…τον λόγο μου επιβεβαιώνουν η φιλονικία και η κρίση των θεών γι’ αυτήν»237c-d, λέει, αναφερόμενος στην έριδα μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την πόλη, όπου επικράτησε η Αθηνά.

Μόνη αυτή η χώρα «την εποχή εκείνη» την αρχέγονη, τη μυθική, γέννησε ανθρώπους, την ίδια εποχή που η υπόλοιπη γη κοσμούσε μόνο ζώα και άγρια θηρία (κάτι δηλαδή σαν τον Παρθενώνα των ημέτερων και τις μπανάνες των άλλων). Η γη η ίδια, «σταθερή και υγιής και από τη φύση της», εχθρική προς τους άλλους, τους βάρβαρους που δε νόθευσαν τους γνήσιους Έλληνες με «βαρβαρικές προσμείξεις» και μόνο βάση νόμου γίνονται Έλληνες, ενώ από τη φύση τους είναι (και θα είναι) βάρβαροι245c-d. Τι πιο φυσιολογικό από το να δημιουργεί ένας λαός εχθρούς ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν, αφού η ίδια η προσπάθεια ορισμού της ιστορικής ταυτότητας μπορεί να γίνει μόνο ως αντιπαράθεση με κάποιον άλλο. Η έννοια του άλλου εφευρίσκεται υποχρεωτικά για να δικαιώσει τη διαφορετικότητα του εαυτού, όπου ο διαχωρισμός των δικών μας με τους δικούς τους πρέπει να είναι απόλυτος και ξεκάθαρος («οι άλλες πόλεις δημιουργήθηκαν από ανθρώπους κάθε είδους και στοιχεία ανώμαλα, με συνέπεια ανώμαλα να είναι και τα πολιτεύματά τους»238e). Πρέπει όμως να είναι και εχθρικός, αφού δεν μπορείς να αγαπάς κάτι χωρίς να μισείς το αντίθετό του. Η περηφάνια για τα οικεία απαιτεί το όνειδος για τα ξένα.

Μετά την εποχή των θεών τα ψέματα συνεχίζονται και στην εποχή των ηρώων. Εδώ όλα παίζονται και όλα δικαιολογούνται. Οι Έλληνες ηρωοποιούνται, οι Αθηναίοι ακόμα περισσότερο, ενώ οι ξένοι μετατρέπονται σε τέρατα που είναι αδύνατο να ηττηθούν, ώστε η νίκη να φανεί υπεράνθρωπη και η τυχόν ήττα αναμενόμενη ή αποτέλεσμα προδοσίας.

Έτσι, όταν οι παντοδύναμοι Πέρσες αγκυροβόλησαν στην Ερετρική, «στάθηκαν από τη μια θάλασσα μέχρι την άλλη, ένωσαν τα χέρια και διέτρεξαν όλη την περιοχή, για ν’ αναφέρουν στον βασιλιά ότι κανείς δεν τους είχε ξεφύγει»240b-c. Η προφανής υπερβολή της δύναμης του εχθρού λειτουργεί ως απόδειξη της γενναιότητας των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στη μάχη του Μαραθώνα τιμωρεί την υπερηφάνεια «ολόκληρης της Ασίας» και δείχνει ότι ακόμα και οι Πέρσες δεν είναι τελικά αήττητοι και ότι «τα μεγαλύτερα πλήθη και ο μεγαλύτερος πλούτος υποτάσσονται στην ανδρεία»240d. «Τι άνθρωποι ήταν εκείνοι…»240d Αποσιωπάται από την άλλη η μάχη των Θερμοπυλών, η δόξα της οποίας ανήκει στους Σπαρτιάτες και τους Θεσπιείς.

«Ο πωλών επί πιστώσει» του Λευτέρη Γιακουμάκη, 2010
«Ο πωλών επί πιστώσει» του Λευτέρη Γιακουμάκη, 2010 (photo)

Για τον ‘εμφύλιο’ Πελοποννησιακό Πόλεμο ως αίτιο αναφέρεται η ζήλια προς την Αθήνα και λόγος της ζήλιας η δόξα της πόλης και η ευτυχία των πολιτών της. Η Αθήνα αναφέρεται σαν στόχος όλων των υπόλοιπων Ελλήνων, ενώ, όπως ξέρουμε, στην πραγματικότητα εναντίον της εκστράτευσαν μόνο οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους, ενώ πραγματικό αίτιο του πολέμου δεν ήταν φυσικά η ζήλια, αλλά οι αντικρουόμενες αποικιοκρατικές δυνάμεις με αφορμή την κατάκτηση της Επιδάμνου. Η δε Σικελική εκστρατεία παρουσιάζεται σαν προσπάθεια απελευθέρωσης των καταπιεσμένων Λεοντίνων (που είχαν φιλικούς δεσμούς με τους Αθηναίους), ενώ είναι φανερό ότι με την κατάκτηση της Σικελίας η Αθήνα θα κέρδιζε ναυτική δύναμη χωρίς προηγούμενο, αποκτώντας πρόσβαση σε νέα εδάφη, νέα λιμάνια και νέους εμπορικούς δρόμους σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Ο ακροατής ενός Επιτάφιου όμως θέλει να ακούσει για την υπεροχή της πόλης του, και αν τύχει να ντροπιάστηκε από ήττες ή υποχωρήσεις, ακόμα κι αυτό πρέπει να οφείλεται στην αρετή και τη μεγαλοσύνη της. «Αν όμως ήθελε κάποιος να κατηγορήσει δίκαια την πόλη μας για κάτι, τούτο μόνο λέγοντας θα κατηγορούσε σωστά, ότι είναι πάντοτε πολύ ευσπλαχνική και πρόθυμη να υποστηρίξει τον πιο αδύνατο»244e. Από άλλα πλατωνικά κείμενα βέβαια ξέρουμε ότι οι θέσεις του Πλάτωνα και του Σωκράτη ήταν πιο ορθολογικές.

Σε μια εκπληκτική επίδειξη λαϊκισμού ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι από τη μία οι Αθηναίοι «επικράτησαν» στον Πελοποννησιακό Πόλεμο ενάντια στη σπαρτιατική συμμαχία, ενώ από την άλλη νικηθήκανε «από τις δικές μας διαφορές, όχι από τους άλλους˙ γιατί και τώρα ακόμη είμαστε ανίκητοι από εκείνους»243d. Η ιστορία βέβαια δείχνει το αντίθετο –στα Σικελικά καταστράφηκε ο αθηναϊκός στόλος και η ήττα στον πόλεμο κόστισε στην Αθήνα τα τείχη της και σήμανε την αρχή της παρακμής της. Η ήττα μετονομάζεται σε υπεροχή με τη ίδια ταχύτητα που λίγο πριν η δικαιοσύνη μετατράπηκε από αρετή σε ελάττωμα.

Τα ψέματα, οι υπερβολές και οι κομπασμοί συνεχίζονται ακάθεκτα. Ο Πλάτωνας συμμετέχει δημιουργικά (και ευφυέστατα) στη σάτιρα βάζοντας τον Σωκράτη να εκφωνεί έναν λόγο που χρονολογεί επεισόδια της Αθηναϊκής ιστορίας πολλά χρόνια μετά το θάνατο του δασκάλου το 399 π.Χ. Η Ανταλκίδειος Ειρήνη του 387π.Χ. μεταξύ Περσών και ελληνικών πόλεων, τερμάτισε τον Κορινθιακό Πόλεμο. Η Αθήνα υποχρεώθηκε να υπογράψει λόγω συνθηκών, αφού βρέθηκε εκείνη τη στιγμή αδύναμη απέναντι στους εχθρούς της, με αποτέλεσμα να χάσει εδάφη. Για τις ανάγκες του Επιτάφιου βέβαια, «μόνο εμείς δεν τολμήσαμε ούτε Έλληνες να παραδώσουμε ούτε όρκους να δώσουμε»245c. Οι Αθηναίοι, λέει, απλά σταματήσανε τον πόλεμο και με ευχαρίστηση τον σταματήσανε και οι εχθροί. Η όποια απώλεια ανδρών στη μάχη της Νεμέας αποδίδεται σε προδοσία Κορινθίων.

Εν τέλει, οι απόγονοι πια, πρέπει να εμπνέονται από την ανδρεία των προγόνων και να ζήσουν έτσι ώστε να μην τους ντροπιάσουν, γιατί όποιος ντροπιάζει τους προγόνους του «δεν θεωρείται φίλος από κανέναν άνθρωπο και θεό, ούτε πάνω στη γη ούτε κάτω από τη γη όταν πεθάνει»246d.

«Για τον άνδρα που πιστεύει ότι είναι κάτι σημαντικό δεν υπάρχει τίποτε αισχρότερο παρά να παρουσιάζεται ότι τιμάται όχι για τον εαυτό του αλλά εξαιτίας της δόξας των προγόνων»247b, λέει στο τέλος του λόγου του, όταν τα ψέματα έχουν τελειώσει, και παροτρύνει πλέον τους παρόντες νέους δίνοντας συμβουλές για το μέλλον, ως έιθισται στους Επιτάφιους.

Παραπομπές:

Πλάτων – Μενέξενος (ή επιτάφιος)

Σημειώσεις:

[1] Μενέξενος: Συνονόματος του γιου του Σωκράτη, νεαρός γόνος επιφανούς οικογένειας. Εμφανίζεται και στους διαλόγους Λύσις και Φαίδων. Ο Μενέξενος γράφτηκε και διαδραματίζεται μετά το 387 π.Χ., χρονιά που σημάδεψε το τέλος του Κορινθιακού Πολέμου, οι νεκροί του οποίου τιμώνται στον Επιτάφιο λόγο που εκφωνεί εδώ ο Σωκράτης.

Σωκράτης εναντίον Πρωταγόρα – Μπορεί να διδαχτεί η αρετή;

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Αν αγνοείς τι πράγμα είναι ο σοφιστής, ούτε σε ποιον σκοπεύεις να παραδώσεις την ψυχή σου γνωρίζεις»312c
Πλάτων, Πρωταγόρας

Σε ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Πλάτωνα, ο Σωκράτης συναντά τον Πρωταγόρα[1], όπου διαφωνούν για το αν μπορεί να διδαχτεί η πολιτική αρετή. Ο Σωκράτης προτείνει ότι δεν διδάσκεται και σαν απόδειξη αυτού αναφέρει το γεγονός ότι, όταν γίνεται συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, ο καθένας μπορεί να πάρει το λόγο, άσχετα με το αν είναι χτίστης, σιδηρουργός, ναυτικός, πλούσιος ή φτωχός. Όλοι, λοιπόν, θεωρούνται εν δυνάμει ενάρετοι, ακόμα κι αν δεν έχουν διδαχτεί κάποιο σχετικό μάθημα[2].

Ακόμα και γνωστοί ενάρετοι άνδρες της Αθήνας, όπως ο Περικλής και ο Θεμιστοκλής, δε μετέφεραν την αρετή τους ούτε στους γιους τους ούτε σε άλλους. Όχι βέβαια από έλλειψη προσπάθειας, γιατί δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε πως, ενώ προσέλαβαν δασκάλους για να μάθουν στα παιδιά τους ιππασία, μουσική και αθλητισμό, δεν ενδιαφέρθηκαν να τους μάθουν το πιο σημαντικό, την αρετή, κάτι που μάλιστα θα κόστιζε λιγότερο από όλα τα άλλα, αφού θα τους τη δίδασκαν οι ίδιοι.

Ο Πρωταγόρας, που έχει αντίθετη άποψη και καυχιέται ότι γι’ αυτό ακριβώς είναι διάσημος – για τις ικανότητές του στη διδασκαλία της πολιτικής αρετής – απαντάει με έναν μύθο: Ο Επιμηθέας είχε αναλάβει τη μοιρασιά δυνάμεων και ιδιοτήτων στα θνητά γένη και έδωσε σε άλλα ταχύτητα, σε άλλα σωματική δύναμη, σε άλλα μεγάλο μέγεθος και σε άλλα φτερά. Έτσι, όλα ήταν ικανά να τρέφουν τον εαυτό τους και να ξεφεύγουν από τους φυσικούς εχθρούς τους, αλλά και να αντιμετωπίζουν τα στοιχεία της φύσης. Επειδή όμως ο Επιμηθέας δεν ήταν σοφός, ξέχασε να κρατήσει κάποια δύναμη για τους ανθρώπους και τις κατανάλωσε όλες στα άλογα ζώα αφήνοντας τον άνθρωπο γυμνό από τρίχωμα και πανοπλία. Ο Προμηθέας, λοιπόν, ανέλαβε να διορθώσει το λάθος του αδερφού του και έκλεψε από την Αθηνά την «έντεχνη σοφία» και από τον Ήφαιστο τη φωτιά και τα χάρισε στους ανθρώπους. Δεν μπόρεσε να τους δώσει όμως την πολιτική αρετή γιατί αυτή βρισκόταν στα χέρια του Δία από τον οποίο δεν μπορούσε να κλέψει. Με τα δώρα αυτά οι άνθρωποι μπόρεσαν να χτίσουν πόλεις και να ανακαλύψουν την ομιλία, να φτιάξουν χρήσιμα αντικείμενα και να λατρέψουν τους θεούς. Μην έχοντας όμως πολιτική αρετή δεν είχαν δικαιοσύνη και αδικούσαν ο ένας τον άλλο και έτσι οι πόλεις διαλύονταν. Ο Δίας τότε φοβήθηκε για τον αφανισμό του γένους των ανθρώπων και έστειλε με τον Ερμή την πολιτική αρετή, δηλαδή την αιδώ (τον σεβασμό) και τη δικαιοσύνη, για να ενώσει τους ανθρώπους. Η εντολή που του έδωσε ήταν να προσφέρει την αρετή σε όλους, ώστε όλοι να μετέχουν, αλλιώς δε θα μπορούσε να υπάρξει πόλη και μάλιστα να κατοχυρωθεί νόμος να θανατώνεται όποιος «δεν μπορεί να μετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη»[2]322d.

Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν κάποιος μιλάει για αρχιτεκτονική ή άλλη τέχνη, πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι γνώστης, ενώ, όταν μιλάει για τις υποθέσεις της πόλης, δε χρειάζεται απόδειξη γνώσης. Οποιουδήποτε η γνώμη γίνεται ανεχτή, «με τη σκέψη πως αρμόζει να έχουν όλοι την αρετή αυτή, αλλιώς να μην υπάρχουν πόλεις»[2]323a. Εξάλλου, όταν κάποιος υποστηρίζει ότι δεν γνωρίζει για μια τέχνη, όπως η αρχιτεκτονική και άρα δεν είναι αρμόδιος να πει τη γνώμη του σχετικά με αυτήν, κανένας δεν τον κατηγορεί, ενώ, αν κάποιος πει ότι δεν είναι ικανός να έχει χρήσιμη γνώμη για τη δικαιοσύνη, τη διοίκηση της πόλης και τα άλλα πολιτικά προτερήματα, κατηγορείται και θεωρείται τρελός, τόσο που όλοι θα περίμεναν και θα απαιτούσαν έστω να πει ψέματα ότι γνωρίζει, ακόμα κι αν δεν γνωρίζει, «με τη σκέψη ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανείς που να μη μετέχει σ’ αυτή, αλλιώς δεν πρέπει ν’ ανήκει στους ανθρώπους»[2]323b-c.

Raphael – Η σχολή των Αθηνών (1509-1511) – ο Σωκράτης αριστερά από τις δύο κεντρικές φιγούρες, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, όρθιος, με πράσινο μανδύα, στραμένος αριστερά.
Raphael – Η σχολή των Αθηνών (1509-1511) – ο Σωκράτης αριστερά από τις δύο κεντρικές φιγούρες, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, όρθιος, με πράσινο μανδύα, στραμένος αριστερά. (photo)

Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι υπάρχει έμφυτη η πολιτική αρετή στον άνθρωπο, εξάλλου σίγουρα βρίσκουμε ανθρώπους που δεν είναι ενάρετοι. Ο Δίας έδωσε μόνο τη δυνατότητα της αρετής σε όλους, αλλά κάποιοι, όπως λέει ο Πρωταγόρας, «δεν μπορούν» να μετέχουν σε αυτήν. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται κάποιου είδους προσπάθεια, ότι η πολιτική αρετή κατακτάται με «επιμέλεια»[2]323c. Αυτό οδηγεί τον Πρωταγόρα να πιστεύει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.

Τι άλλο, λέει, να υποθέσουμε όταν η πόλη τιμωρεί αυτόν που δεν την έχει; Σίγουρα δεν μπορεί να διορθώσει μέσω της τιμωρίας το αδίκημα που ήδη έχει τελεστεί, αλλά τιμωρείται ο άδικος για να μην αδικήσει ξανά ο ίδιος και για να γίνει η τιμωρία παράδειγμα για τους υπόλοιπους, ώστε να πράττουν δίκαια. Δηλαδή η τιμωρία θεωρείται διδακτικό μέσο απόκτησης της αρετής.

Είναι όμως έτσι; Η πιθανότητα τιμωρίας, όντως, συμβάλλει στο να ενεργεί κάποιος δίκαια και μάλιστα η σιγουριά της τιμωρίας είναι πιο αποτελεσματική από τη σκληρότητά της. Αυτό όμως θα έκανε κάποιον να φέρεται σαν ενάρετος, ακόμα κι αν δεν είναι. Τι θα μπορούσαμε να πούμε για αυτόν που ο μόνος λόγος που δεν αδικεί είναι ο φόβος αντίποινων και τίποτε άλλο; Ο δολοφόνος που δεν θα τολμήσει να σκοτώσει μόνο από φόβο φυλάκισης, μπορεί να θεωρηθεί λογικός ή προσεκτικός˙ αλλά ενάρετος; Αυτό που ψάχνουμε (αυτό που ψάχνει ο Σωκράτης) δεν είναι μόνο μια δίκαιη συμπεριφορά που δεν θα βλάψει τον συνάνθρωπο (κι ας είναι αρκετή πρακτικά), αλλά η ποιότητα εκείνη που θα αποτρέψει τον κάτοχό της από το να αδικήσει, επειδή θα θεωρεί τους υπόλοιπους ανθρώπους ισότιμούς του. Είναι η παρουσία της ενσυναίσθησης, δηλαδή η κατανόηση και η συναισθηματική ταύτιση με τον άλλον. Πρέπει δηλαδή ο ενάρετος, όχι μόνο να μην αδικεί, αλλά να μην θέλει να αδικήσει.

Ο Πρωταγόρας συνεχίζει αντιμετωπίζοντας την παρατήρηση του Σωκράτη για την αδυναμία ενάρετων ανδρών να μεταλαμπαδεύσουν την αρετή τους στα παιδιά τους. Όλοι προσπαθούν, λέει ο Πρωταγόρας. Οι γονείς οι ίδιοι αλλά και με τη βοήθεια δασκάλων και παιδαγωγών, επιχειρούν να εμφυσήσουν την αρετή στους γιους τους, και, όταν τα παιδιά δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν, τα νουθετούν και τα τιμωρούν, και δίνουν τότε μεγαλύτερη βαρύτητα στη φροντίδα της «κοσμιότητάς» τους παρά στο μάθημα μουσικής ή άλλης τέχνης. Το ίδιο γίνεται και στο σύνολο των ανθρώπων, αφού και οι νόμοι έρχονται να πάρουν το ρόλο των γονεϊκών νουθεσιών για να διορθώσουν τη συμπεριφορά τους.

Το συμπέρασμα του Πρωταγόρα είναι: «Τη στιγμή, λοιπόν, που υπάρχει τόση φροντίδα για την αρετή, και ιδιωτικώς και δημοσίως, παραξενεύεσαι, Σωκράτη, και απορείς για το αν η αρετή είναι πράγμα διδακτό;»[2]326e Με άλλα λόγια, αφού όλοι πιστεύουν ότι η αρετή διδάσκεται, και αφού όλοι φέρονται σαν να διδάσκεται προσπαθώντας να την διδάξουν, άρα πρέπει να διδάσκεται!

Το επιχείρημα προκαλεί μάλλον έκπληξη, αλλά αγγίζει και μια διαίσθηση που όλοι μοιραζόμαστε. Ποιος θα έλεγε ότι δεν επηρεάζονται τα παιδιά από όσα τους μεταδίδουν οι γονείς τους και οι δάσκαλοι; Σίγουρα έχει σημασία η βαρύτητα που θα δώσει ο γονιός στο ποιες αξίες θα αποκτήσουν τα παιδιά του και η συνεισφορά του περιβάλλοντος στην ανατροφή είναι δεδομένη και αποδεκτή. Το αντίθετο δε θα σήμαινε ότι δεν έχει σημασία πώς φερόμαστε στα παιδιά μας;

Πηγή
(photo)

Φυσικά όχι. Το αντίθετο θα σήμαινε, όσον αφορά το πώς προκύπτουν ενάρετοι άνδρες, να πούμε «δεν ξέρω». Τι πιο προφανές, αφού ακόμα και αυτοί που δέχτηκαν κάθε δυνατή φροντίδα, ακόμα και στο πιο ιδανικό περιβάλλον, δεν κατάφεραν να γίνουν ενάρετοι; Φυσικά και μπορούμε να προσπαθούμε να μεγαλώσουμε ενάρετα παιδιά, αλλά η προσπάθεια όχι μόνο δε συνεπάγεται επιτυχία, αλλά δε συνεπάγεται, και δεν προϋποθέτει, ούτε τη σιγουριά της γνώσης προέλευσης της αρετής. Το να συμφωνήσουμε με τον Πρωταγόρα θα σήμαινε το εξής: Ξέρουμε ότι όλοι είναι δυνάμει δίκαιοι, αφού ο Δίας έδωσε σε όλους τη δυνατότητα της πολιτικής αρετής (το διαπιστώνουμε και στην εκκλησία του δήμου). Ξέρουμε ότι κάποιοι δεν μπορούν να μετέχουν σε αυτήν, κάτι που ο Δίας αναγνώρισε, και εμείς τιμωρούμε με εξορία ή θάνατο. Ξέρουμε ότι όλοι πιστεύουν πως η αρετή διδάσκεται, γι’ αυτό και υπάρχουν δάσκαλοι. Αλλά ξέρουμε και ότι κάποιοι, που είναι εξίσου δυνάμει ενάρετοι, μεγαλώνουν στο ίδιο περιβάλλον και διδάσκονται εξίσου την αρετή, γίνονται ενάρετοι, ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Εφόσον λοιπόν όλες οι συνθήκες που αναγνωρίζουμε είναι ίδιες για όλους, και το αποτέλεσμα διαφέρει ανά άτομο, πώς θα μπορούσαμε να πούμε ότι το συμπέρασμα είναι ότι γνωρίζουμε πώς προκύπτει η αρετή, και μάλιστα ότι διδάσκεται; Σίγουρα πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος παράγοντας που μας διαφεύγει.

Ο Σωκράτης προφανώς το υποψιάζεται αυτό, αφού σίγουρα ξέρει ότι όλοι προσπαθούν να διδάξουν την αρετή και ότι άλλοι είναι ενάρετοι, ενώ άλλοι δεν είναι. Και εδώ έγκειται το πόσο παράξενο ακούγεται το επιχείρημα του Πρωταγόρα, αφού λέει μάλλον το αυτονόητο. Σαφώς και δεν μπορεί να υποτεθεί ότι ο Σωκράτης δε γνωρίζει πως οι περισσότεροι θεωρούν την αρετή διδακτή, και ότι νουθετούν τα παιδιά τους για να τα κάνουν «κοσμιότερα», ούτε ότι αγνοεί τη χρησιμότητα των νόμων στην καλή λειτουργία της πόλης με την απαραίτητη τιμωρία όποιων δεν τους υπακούν. Δεν τα αρνείται όλα αυτά και μάλιστα αλλού εκθειάζει τους νόμους της Αθήνας που την κάνουν την καλύτερη πόλη από τις ελληνικές και δέχεται την τιμωρία των συμπολιτών του όταν τον καταδικάζουν σε θάνατο (και θεωρεί ότι αν δεν υπακούσει στη λαϊκή εντολή θα καταλυθούν οι νόμοι και ολόκληρη η πόλη). Δεν αρνείται την επιρροή του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη χαρακτηριστικών/ιδιοτήτων/αρετών, αφού στον Κρίτων παραδέχεται ότι και ο ίδιος έζησε την καλύτερη ζωή που θα μπορούσε να ζήσει χάρη στους νόμους της πόλης του και χάρη στους Αθηναίους. Γι’ αυτό και μόνο ως ειρωνικό μπορεί να αναγνωστεί το σχόλιό του πως γοητεύτηκε από την επίδειξη λόγων του Πρωταγόρα και έμεινε αμίλητος «πολλή ώρα» μέχρι να συμμαζέψει τον εαυτό του και να αποκριθεί. «Προηγουμένως δεν πίστευα ότι υπάρχει ανθρώπινη επιμέλεια, με την οποία οι καλοί γίνονται καλοί»[2]328e λέει, και μπορούμε εύκολα να τον φανταστούμε να εκφέρει αυτά τα λόγια με σηκωμένα φρύδια.

Ο Σωκράτης, λοιπόν, δεν αγνοεί ότι όλοι είναι δυνατόν να είναι ενάρετοι, όπως φαίνεται να υπονοεί ο Πρωταγόρας γι’ αυτόν, αντιθέτως μάλιστα. Το γεγονός ακριβώς ότι όλοι δύνανται να είναι ενάρετοι είναι που κάνει τους Αθηναίους να ακούνε τον οποιονδήποτε στην εκκλησία του δήμου για τα θέματα της πόλης (που είναι και η αρχική του δήλωση). Το να μην ακούνε μόνο τη γνώμη, για παράδειγμα, αυτών που έχουν μαθητεύσει σε σοφιστές, αλλά να δέχονται και τις συμβουλές ενός τσαγκάρη, δείχνει ότι οι Αθηναίοι θεωρούν πως όλοι είναι δυνητικά ενάρετοι, αλλά και το ότι δεν πιστεύουν ότι η πολιτική αρετή είναι πιο σίγουρο ότι κατέχεται από τους μορφωμένους˙ άρα δείχνει ότι εν τέλει πιστεύουν πως δεν είναι γνωστό πώς προκύπτει η αρετή σε κάποιους και σε άλλους όχι.

Πέρα όμως από τη δυνατότητα, υπάρχει και η ικανότητα σε όλους; Προφανώς όχι. Σίγουρα κάποιοι είναι ενάρετοι και κάποιοι όχι, αλλά πώς θα ξέρουμε ποιος είναι ποιος; Και πώς θα διασφαλίσουμε για κάποιον να γίνει ενάρετος αφού ούτε οι μεγάλοι άνδρες δεν μπόρεσαν να μεταφέρουν την αρετή στα παιδιά τους;

Πρωταγόρας (πηγή)
Πρωταγόρας (photo)

Παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα το ερώτημα: πώς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας έτσι ώστε να γίνουν καλοί πολίτες; Οι γονείς βομβαρδίζονται συνεχώς με νέες μελέτες που βρίσκουν συσχέτιση μεταξύ της συμπεριφοράς των γονιών και αυτής των παιδιών τους. Οι γονείς, λένε, που μιλάνε πολύ στα βρέφη τους βελτιώνουν τις γλωσσικές ικανότητές τους, οι ακριβοδίκαιοι γονείς (που τιμωρούν συνετά τα σφάλματα και ενθαρρύνουν τα επιτεύγματα) πλάθουν παιδιά με καλή συμπεριφορά, αυτοί που τους δείχνουν πολύ αγάπη σαν βρέφη μεγαλώνουν παιδιά που έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση κτλ. Έτσι, το μεγάλωμα παιδιών μετατρέπεται σε ανεύρεση της κατάλληλης συνταγής και σε μια εξαιρετικά επίπονη και χρονοβόρα για τους γονείς διαδικασία, με σκοπό τη δημιουργία δίκαιων παιδιών με ένα πλήθος από ικανότητες, που κανένας γονιός δεν θα ήθελε να τους στερήσει. Και αν τα παιδιά δεν καταλήξουν στην καλύτερη εκδοχή τους, πρέπει να φταίνε οι γονείς.

Όμως συσχέτιση δε σημαίνει αναγκαστικά και σχέση αιτιότητας. Όλες οι παραπάνω μελέτες παρατηρούν μία συνθήκη (π.χ. πόσο μιλάνε οι γονείς στα βρέφη) και αργότερα μία άλλη (καλύτερες γλωσσικές επιδώσεις των παιδιών) και υποθέτουν ότι η δεύτερη συνεπάγεται της πρώτης. Αυτή η ανάγνωση των πραγμάτων προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι μία «λευκή σελίδα», στην οποία καλείται ο παιδαγωγός και το περιβάλλον να συμπληρώσουν γνώσεις, εντολές και απαγορεύσεις που θα οδηγήσουν στην επιθυμητή συμπεριφορά (τον Πρωταγόρα, φυσικά, τον συμφέρει αυτή η θέαση, αφού ο ίδιος ως σοφιστής πληρωνόταν για αυτήν ακριβώς την υπηρεσία). Η διαμάχη για το αν οι άνθρωποι είναι αυτά τα «κενά καλούπια» που καλείται η κοινωνία να γεμίσει για να βγάλει το επιθυμητό προϊόν δεν σταμάτησε φυσικά ούτε στον Πρωταγόρα ούτε στον Πλάτωνα και η ρητορεία για το «παιδί που μπορεί να κάνει τα πάντα» είναι κυρίαρχη στη σημερινή κοινωνία με αποτελέσματα που μπορεί να είναι ιδιαιτέρως απογοητευτικά για τον γονιό ή και τραυματικά για το παιδί.

Αυτή η ανάγνωση, αυτές οι μελέτες, αγνοούν την γενετική προδιάθεση του ανθρώπου (και, σύμφωνα με τον Steven Pinker, γι’ αυτό θα πρέπει να τις αγνοήσουμε πλήρως[3]), που και πάλι ανάγεται στους γονείς, αλλά δεν ελέγχεται από αυτούς. Τα παιδιά δεν είναι ικανά για τα πάντα, αλλά έχουν την προδιάθεση να αποκτήσουν κάποιες ικανότητες και κάποιες άλλες όχι. Κι αν αυτό είναι εύκολα κατανοητό και αποδεκτό, όσον αφορά τις διάφορες τεχνικές ικανότητες (αθλήματα, τέχνες, ξένες γλώσσες), είναι πολύ δύσκολο να το αναγνωρίσουμε όσον αφορά την αρετή, την πολιτική ή όποια άλλη, γιατί είναι δυσάρεστο να το παραδεχτούμε. Τα συμπεράσματα των ερευνών εξάλλου καταρρίπτονται, αν ληφθούν υπόψη είτε υιοθετημένα παιδιά, όπου έχουμε διαφορετικό περιβάλλον ανάπτυξης με παρόμοια αποτελέσματα είτε δίδυμα παιδιά, όπου έχουμε ίδιο περιβάλλον και παρόμοιες γενετικές προδιαθέσεις με διαφορετικά αποτελέσματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα διαμετρικά αντίθετα αποτελέσματα των μελετών κάνουν κάποιους να συμπεραίνουν ότι, όσον αφορά την καλύτερη συνταγή για την δημιουργία ενάρετων ανθρώπων, η ανατροφή από τους γονείς κάνει όλη τη διαφορά, αλλά σε μερικές μόνο περιπτώσεις! Φαίνεται να υπάρχει κάποιο ταμπού για την ανθρώπινη φύση, όταν θα έπρεπε να πούμε πως δεν είμαστε όλοι εκ φύσεως δυνάμει στον ίδιο βαθμό άριστοι, ενάρετοι ή πολυπράγμονες, αλλά αντιθέτως, περιορισμένοι από τη φύση μέσα σε κάποια πλαίσια πιθανοτήτων[3].

Η πρώτη σελίδα του διαλόγου, σε χειρόγραφο αρχαίο κείμενο, Oxoniensis Clarkianus 39
Η πρώτη σελίδα του διαλόγου, σε χειρόγραφο αρχαίο κείμενο, Oxoniensis Clarkianus 39 (photo)

Για να χρησιμοποιήσουμε το μύθο του Πρωταγόρα, ο Δίας δε μοίρασε τη δεινότητα (ή την ικανότητα) της πολιτικής αρετής, αλλά την πιθανότητα άλλοι άνθρωποι να γίνουν ενάρετοι και άλλοι άδικοι. Οι θεοί, βέβαια, δεν παίζουν με ζάρια, γι’ αυτό και οι παραλληλισμοί με μύθους αποτυγχάνουν να εξηγήσουν ικανοποιητικά την ανθρώπινη κατάσταση. Και ο ίδιος ο Σωκράτης με τη σειρά του απευθύνεται στο υπερφυσικό για να εξηγήσει πώς προκύπτει η αρετή, χρησιμοποιώντας τη θεωρία της ανάμνησης.

Κάπως έτσι συνεχίζεται η συζήτηση στον διάλογο του Σωκράτη με τον Μένωνα, σχεδόν 30 χρόνια μετά. Προσπαθώντας και τότε να ανακαλύψει αν η αρετή διδάσκεται, ξεκινάει με την αξίωση ότι για να μπορεί να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας η αρετή, πρέπει να είναι κάποιου είδους γνώση. Πώς όμως θα δείξουμε κάτι τέτοιο, αφού δεν μπορούμε να βρούμε καν τι είναι η αρετή; Αυτό που ξέρουμε για αυτήν, είναι πως είναι κάτι καλό. Αν μπορούσαμε, λοιπόν, να δείξουμε πως όλα τα καλά περιλαμβάνονται στη γνώση, τότε αναγκαστικά και η αρετή θα είναι γνώση, και άρα θα διδάσκεται. Αν από την άλλη υπάρχουν καλά πράγματα, που δεν περιλαμβάνονται στη γνώση, τότε μπορεί και η αρετή να είναι ένα από αυτά, μπορεί και όχι.

Κάτι που ξέρουμε για την αρετή είναι πως μας κάνει καλούς και άρα ωφέλιμους. Ωφέλιμα πράγματα είναι η υγεία, η δύναμη, ο πλούτος και άλλα. Όλα αυτά όμως μερικές φορές μας βλάπτουν, ενώ μας ωφελούν μόνο αν κάνουμε σωστή χρήση τους. Οι ανέσεις που προσφέρει ο πλούτος μπορεί να είναι ωφέλιμες αλλά μπορεί να οδηγήσουν σε ακρότητες με την κακή χρήση του. Ακόμα και αρετές, όπως η ανδρεία, άλλοτε βλάπτουν κι άλλοτε ωφελούν. Όταν κάποιος τολμά απερίσκεπτα βλάπτεται, όταν τολμά με σύνεση ωφελείται. Άρα όλα τα πράγματα (πλούτος, κάλλος, δύναμη…), αλλά και όσα έχει μέσα της η ψυχή, «αν τα κατευθύνει η φρόνηση καταλήγουν στην ευτυχία, αν η απερισκεψία, στο αντίθετο»[1]88c. Άρα και η αρετή, που υπάρχει στην ψυχή και είναι ωφέλιμη, πρέπει να έχει σχέση με τη φρόνηση. Γιατί ό,τι ανήκει στην ψυχή εξαρτάται από τη φρόνηση, και ό,τι άλλο ανήκει στον άνθρωπο εξαρτάται από την ψυχή, άρα ό,τι ανήκει στον άνθρωπο εξαρτάται από τη φρόνηση.

Αφού η αρετή είναι φρόνηση, δεν θα μπορούσαν οι καλοί να είναι τέτοιοι εκ φύσεως, αφού η φρόνηση δεν είναι έμφυτη. Αν οι άνθρωποι ήταν εκ φύσεως καλοί, θα τους αναγνωρίζαμε από μικρούς και θα τους φυλάγαμε για να μην διαφθαρούν, μέχρι να φτάσουν στην κατάλληλη ηλικία για να γίνουν χρήσιμοι πολίτες. Εφόσον, λοιπόν, δεν είναι καλοί εκ φύσεως, πρέπει να γίνονται καλοί με τη μάθηση, αφού είναι σίγουρο ότι κάποιοι είναι όντως καλοί.

Αν η αρετή μπορεί να διδαχτεί, πρέπει να υπάρχουν δάσκαλοι και μαθητές της. Αν δεν υπάρχουν, δεν είναι. Ο Σωκράτης λέει ότι έχει κάνει τα πάντα για να βρει δασκάλους της αρετής, αλλά δεν μπόρεσε να βρει κανέναν. Παρεμβαίνει στη συζήτηση ο Άνυτος[4] και ο Σωκράτης ζητάει τη γνώμη του. Του λέει πως αν κάποιος επιθυμεί, για παράδειγμα, να γίνει γιατρός, θα απευθυνθεί σε κάποιον γιατρό, και μάλιστα κάποιον που δέχεται αμοιβή για τη διδασκαλία της γνώσης που λέει ότι κατέχει. Αυτός, λοιπόν, που θέλει να γίνει ενάρετος, πού θα απευθυνθεί; Προφανώς σε αυτούς που δέχονται αμοιβή για τη διδασκαλία της αρετής, δηλαδή στους σοφιστές. Ακόμα κι ο Άνυτος όμως λέει ότι αυτοί διαφθείρουν όσους τους πλησιάζουν.

Ο Σωκράτης απαντάει «αυτό που λες είναι αξιοπερίεργο˙ γιατί αυτοί που επισκευάζουν τα παλιά παπούτσια κι επιδιορθώνουν τα ρούχα δεν θα μπορούσαν να ξεγελάσουν τον κόσμο ούτε για τριάντα μέρες, αν παρέδιδαν τα παπούτσια και τα ρούχα χειρότερα απ’ ό,τι τα πήραν»[1]91d. Ο Σωκράτης άλλη μια φορά καταφέρεται ειρωνικά εναντίον των σοφιστών, τους οποίους θεωρούσε απατεώνες, γιατί παρίσταναν ότι ήξεραν πράγματα που δεν ήξεραν και ζητούσαν χρήματα για τη διδασκαλία τους, τη δυνατότητα της οποίας επίσης αμφισβητούσε. Στον Πρωταγόρα παρομοιάζει τον σοφιστή με «έμπορο ή λιανοπωλητή των εμπορευμάτων με τα οποία τρέφεται η ψυχή»[2]313c, που εξαπατούν τους ανθρώπους διαφημίζοντας αυτά που πουλάνε, επαινώντας τα μαθήματά τους χωρίς οι ίδιοι να ξέρουν αν προσφέρουν ωφέλεια ή βλάπτουν την ψυχή. Από ποιους, λοιπόν, μπορούμε να ζητήσουμε τη διδασκαλία της αρετής, αφού δεν υπάρχουν δάσκαλοί της, και άρα ούτε μαθητές της;

Άγαλμα του Σωκράτη μπροστά από την Ακαδημία Αθηνών
Άγαλμα του Σωκράτη μπροστά από την Ακαδημία Αθηνών

Η απάντηση στο πρόβλημα που δίνει ο Σωκράτης είναι ότι προηγουμένως κακώς συμφωνήσανε με τον Μένωνα ότι ο ενάρετος θα είναι τέτοιος μόνο αν πράττει συνετά. Κι αυτό, γιατί μπορεί κάποιος να ωφελήσει τους άλλους, όχι μόνο έχοντας τη βέβαιη γνώση, αλλά αρκεί να έχει μια σωστή γνώμη. Κάποιος, για παράδειγμα, που ξέρει το δρόμο για μια άλλη πόλη, μπορεί να χρησιμοποιήσει την βέβαιη γνώση του αυτή και να οδηγήσει και άλλους εκεί, και έτσι να τους ωφελήσει. Μπορεί όμως κάποιος να έχει μόνο συμβουλευτεί από άλλον τον καλύτερο δρόμο, να έχει δηλαδή σωστή γνώμη για τον κατάλληλο δρόμο, κι ας μην έχει πάει ποτέ ο ίδιος και χωρίς να τον ξέρει με βεβαιότητα. Το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, αφού όποιος ακολουθήσει κάποιον από τους δύο θα ωφεληθεί εξίσου. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι πολιτικοί ηγέτες δεν χρωστάνε τα επιτεύγματά τους στη γνώση, αλλά ούτε φυσικά στην τύχη. Οι ικανότητές τους, που είναι σωστές γνώμες και όχι γνώσεις, οφείλονται σε θεία έμπνευση και, όσα σωστά πράγματα λένε, τα λένε χωρίς να το ξέρουν.

Η διαφορά μεταξύ της γνώσης και της ορθής γνώμης είναι το εφήμερο της γνώμης. Όσο οι γνώμες μένουν στον άνθρωπο, τον ωφελούν, αλλά γρήγορα «φεύγουν μακριά από την ψυχή του, ώστε δεν αξίζουν πολύ, ωσότου κάποιος τις δέσει με τον υπολογισμό του αιτίου τους»[1]98a. Αυτή η αιτία είναι η ανάμνηση, η οποία θα μετατρέψει τη σωστή γνώμη σε γνώση και θα τη μονιμοποιήσει[5].

Αφού, λοιπόν, δε διδάσκεται η αρετή ούτε έρχεται εκ φύσεως και αφού αυτοί που έχουν την σωστή γνώμη δεν ξέρουν πού την βρήκαν και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, και αφού αυτό που τη στερεώνει και την κάνει γνώση είναι μόνο η ανάμνηση η οποία έρχεται επειδή η αθάνατη ψυχή έχει γίνει μάρτυρας της γνώσης πριν εγκλωβιστεί μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα, η αρετή πρέπει «να έρχεται σε όσους έρχεται ως θείο δώρο, χωρίς σκέψη»[1]99e.[6]

Εμείς βέβαια μένουμε με το μυστήριο του τρόπου μετάδοσης της αρετής ούτως ή άλλως, αφού η περίεργη θεωρία της ανάμνησης μόνο ως γοητευτική μπορεί να χαρακτηριστεί και μάλλον καθόλου ως χρήσιμη. Ακόμα κι αν απευθυνθούμε στη γενετική για τη δημιουργία ενάρετων ανθρώπων είναι αδύνατο, τουλάχιστον προς το παρόν, να εντοπίσουμε συγκεκριμένα γονίδια επί τω έργω, πόσω μάλλον να τα εκμεταλλευτούμε, ακόμα κι αν αυτό είναι που θα επιθυμούσαμε να κάνουμε.

Παραπομπές:

[1] Πλάτων – Μένων (ή περί αρετής)
[2] Πλάτων – Πρωταγόρας (ή σοφισταί)
[3] Steven Pinker – The Blank Slate

Σημειώσεις:

[1] Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης: Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ήταν ο πρώτος που ζήτησε αμοιβή για τη διδασκαλία του, εγκαινιάζοντας έτσι το επάγγελμα του σοφιστή. Στον διάλογό του με τον Σωκράτη, είναι περίπου 65 χρόνων, ενώ ο Σωκράτης περίπου 35.

[2] Ήδη μπορούμε να διαβλέψουμε πως δεν είναι ότι ο Σωκράτης πιστεύει πως η αρετή δεν είναι δυνατό να διδαχτεί, αλλά ότι δεν υπάρχει σαφής τρόπος διδασκαλίας, όπως παρίσταναν οι σοφιστές ότι τον είχαν ανακαλύψει και τον πουλούσαν στη μορφή μαθήματος.

[3] Η βιβλιογραφία για το ζήτημα αυτό είναι τεράστια και δεν μπορεί να παρουσιαστεί εδώ. Ο Σωκράτης εξάλλου δεν είχε πρόσβαση στις γνώσεις που έχουμε σήμερα για το θέμα, αλλά διέβλεψε ότι κάποιος παράγοντας επιρροής στην ανάπτυξη των παιδιών ήταν άγνωστος τότε.

[4] Άνυτος: Βυρσοδέψης και στρατηγός, με πλούσιους γονείς και μελλοντικός κατήγορος του Σωκράτη στην μοιραία του δίκη.

[5] «Τα σκουλήκια, θα μου πείτε, τα βλέπεις πρώτα κ ύστερα τα πιστεύεις. Μα τις ιδέες; Αυτές, άντρες Αθηναίοι, πρώτα τις πιστεύεις κι ύστερα τις βλέπεις» (Βάρναλης).

[6] Η λύση αυτή της θεϊκής έμπνευσης ως προέλευσης της αρετής ίσως είναι ειρωνική, λόγω της βιασύνης και ανοησίας του Μένωνα. Ο διάλογος φτάνει στο τέλος του και ο Σωκράτης έχει ήδη αντιληφθεί ότι η επιπολαιότητα του Μένωνα θα τον αποτρέψει από το να μάθει οτιδήποτε, οπότε του δίνει μια εύκολη απάντηση για να ξεμπερδεύει.

Ο Σωκράτης και τα αδιέξοδα της θεϊκής ηθικής

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Εσείς, ούτε σε αυτό να πιστεύετε αβασάνιστα τον θεό, αλλά να εξετάζετε χωριστά καθεμιά από τις φράσεις του»
Ξενοφών, Απολογία Σωκράτους

«Ένα είναι και των θεών
και των ανθρώπων το γένος.
Από μια μητέρα γεννηθήκαμε.
Μόνη διαφορά μας είναι η δύναμη.»
Πίνδαρος

Στον Πλατωνικό διάλογο Ευθύφρων, ο Σωκράτης καταφτάνει στη βασίλειο στοά, γιατί μόλις έμαθε ότι κάποιος τον κατηγορεί για ασέβεια προς τους θεούς και διαφθορά των νέων. Μόλις φτάνει, βρίσκει τον Ευθύφρωνα, ο οποίος είναι εκεί, γιατί αυτός ο ίδιος κατηγορεί κάποιον για μια παρεκτροπή παρόμοια με του Σωκράτη. Όταν ρωτάει τον Ευθύφρωνα για λεπτομέρειες, του λέει πως κατηγορεί τον πατέρα του, επειδή έκανε έναν άδικο φόνο, δηλαδή κάτι «ανόσιο». Είχε πιάσει έναν εργάτη που σκότωσε έναν υπηρέτη του, και αφού τον έδεσε και τον έριξε σε λάκκο, έστειλε να του φέρουν έναν εξηγητή (οι εξηγητές ήταν νομομαθείς που ερμήνευαν ασάφειες και κενά της νομοθεσίας). Τον παράτησε όμως δεμένο και μόνο του, με συνέπεια να πεθάνει από την πείνα, το κρύο και τα δεσμά. Ο Σωκράτης εκφράζει τη χαρά του που βρίσκει την ευκαιρία να μάθει τι ακριβώς θεωρείται «όσιο» και τι «ανόσιο», αφού ο ίδιος δεν ξέρει και ουσιαστικά αυτό είναι το κατηγορητήριο εναντίον του. Ο Ευθύφρων είχε τη φήμη ότι ήταν σοφός περί του θέματος (ήταν μάντης και θεολόγος), αλλά και το γεγονός ότι κατηγορεί τον πατέρα του, δείχνει ότι πρέπει να είναι απόλυτα σίγουρος για τη γνώση του περί του οσίου, αφού φτάνει στο σημείο να οδηγήσει απέναντι στους δικαστές ένα τόσο κοντινό του πρόσωπο.

Ο Σωκράτης έξω από την Ακαδημία Αθηνών
Ο Σωκράτης έξω από την Ακαδημία Αθηνών (photo)

Με άλλα λόγια, αν είναι να διακινδυνεύσει το μέλλον του πατέρα του, καλά θα κάνει να ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Αφήνοντας λοιπόν προσωρινά την δικιά του υπόθεση, αρχίζει την ανάκριση του θεολόγου, ενδιαφερόμενος (δήθεν;) να μάθει από αυτόν τι είναι όσιο, κάτι που ίσως τον βοηθήσει και στην δική του δίκη.

Η αφήγηση του Πλάτωνα μας παρουσιάζεται με την προσπάθεια ορισμού μιας έννοιας – «τι είναι όσιο;» – αλλά ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον προβληματισμό αυτόν και σαν αφορμή για να δείξει πως το κατηγορητήριο εναντίον του δασκάλου του ήταν άδικο. Ο διάλογος γράφτηκε μετά την θανάτωση του φιλοσόφου, και μας δείχνει και τον λόγο που θανατώθηκε. Ο Σωκράτης δεν αναγνώριζε την αυθεντία κανενός, και όποιον συναντούσε που ισχυριζόταν ότι είναι σοφός, τον ανέκρινε για να μελετήσει τι ακριβώς ξέρει, και εν τέλει να του αποδείξει ότι δεν ξέρει τίποτα. Κάτι που όμως ενοχλούσε (όπως ενοχλείται εδώ ο Ευθύφρων), και που δημιούργησε έχθρες και καχυποψία εναντίον του, συκοφαντία και κακή φήμη, που στο τέλος τον οδήγησαν στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι δήθεν ήταν άθεος και βλάσφημος και ότι διέφθειρε τους νέους με αυτά που δίδασκε. Τι καλύτερο λοιπόν για τον Πλάτωνα, από το να μας παρουσιάσει έναν Σωκράτη που αναζητά να μάθει αυτά που υποτίθεται ότι δίδασκε (και με τα οποία διέφθειρε όσους τον άκουγαν), και να αναζητά την έννοια του οσίου, δηλαδή την έννοια της ηθικής (στον διάλογο το «όσιο» ταυτίζεται με ό,τι είναι καλό, ωραίο, δίκαιο), με θεολογικούς όρους. Ο Πλάτωνας δηλαδή μας δείχνει ταυτόχρονα ότι ο Σωκράτης ούτε δίδασκε (αφού δεν γνώριζε) ούτε ήταν άθεος και βλάσφημος (αφού μιλώντας για την έννοια του οσίου την ενάλλασσε με την έννοια του δικαίου και μάλιστα έχοντας σαν κέντρο του προβληματισμού του τις επιθυμίες των θεών), αλλά και ότι πρόσβαλε και ενοχλούσε τους συνομιλητές του (πράγμα που συνέβαλε στην άδικη καταδίκη του). Τίποτα δεν είναι τυχαίο στο έργο του Πλάτωνα, ο οποίος πλαισίωνε την φιλοσοφία του με σημαντικά συμφραζόμενα και, κυρίως στους ύστερους διαλόγους, με συμβολισμό.

Ο Ευθύφρων υποστηρίζει πως ό,τι είναι αγαπητό στους θεούς είναι όσιο, και ό,τι είναι θεομίσητο είναι ανόσιο. Ο Σωκράτης όμως λέει πως, όπως και οι άνθρωποι, οι θεοί διαφωνούν για το τι είναι δίκαιο, ωραίο ή καλό. Πώς λοιπόν θα ξέρουμε τι είναι όσιο, αφού δεν ξέρουμε τι είναι αγαπητό στους θεούς, και μάλιστα τη στιγμή που και οι ίδιοι οι θεοί δεν συμφωνούν μεταξύ τους γι’ αυτό; Είναι λογικό για τον Σωκράτη να αναρωτηθεί κάτι τέτοιο, αφού στον πολυθεϊστικό κόσμο που ζούσε, με τους θεούς να φέρονται με όση συνέπεια διαθέτουν και οι άνθρωποι, ο κάθε θεός διάλεγε στρατόπεδα ανάλογα με την δικιά του ιδιοσυγκρασία. Στον πόλεμο της Τροίας, για παράδειγμα, άλλοι θεοί ήταν με το μέρος των Τρώων και άλλοι με τους Αχαιούς. Πώς λοιπόν θα ξέρουμε εμείς οι άνθρωποι τι είναι όσιο, αφού και οι θεοί οι ίδιοι διαφωνούν γι’ αυτό;

socrates-divine-2. socrates-statue-black-image

Η απάντηση που δίνει ο Ευθύφρων είναι πως όσιο είναι αυτό που όλοι οι θεοί θεωρούν αρεστό. Είναι κάποια πράγματα δηλαδή, για τα οποία ξέρουμε ότι σίγουρα είναι αρεστά σε όλους τους θεούς και άλλα που σίγουρα όλοι οι θεοί μισούν. «Οι θεοί δεν διαφωνούν μεταξύ τους σχετικά με το θέμα τούτο, ότι δεν πρέπει να τιμωρείται όποιος σκοτώνει κάποιον άδικα»8b του λέει για να του δείξει πόσο σίγουρος είναι πως έχει δίκιο που κατηγορεί τον πατέρα του για άδικο φόνο. Ο Σωκράτης όμως δεν αρκείται σε αυτήν την απάντηση, ούτε στο παράδειγμα του άδικου φόνου: «Γιατί, μήπως άκουσες, Ευθύφρων, κάποιον άνθρωπο να αμφισβητεί ότι δεν πρέπει να τιμωρείται όποιος διαπράττει φόνο άδικα;»8b-c. Δεν χρειαζόμαστε τους θεούς να μας πουν αν πρέπει να τιμωρείται ο αδικοπραγήσας. Κανένας δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του λέγοντας ότι, ναι μεν έπραξε άδικα, αλλά δεν του αρμόζει τιμωρία˙ μόνο υποστηρίζει ότι δεν αδίκησε. Το πρόβλημα παραμένει: πώς θα ξέρουμε αν κάτι είναι δίκαιο ή όχι; Ο Σωκράτης, λοιπόν, αναρωτιέται αν όσιο είναι κάτι επειδή αρέσει στους θεούς, ή αν αρέσει στους θεούς επειδή είναι όσιο.

Ο Σωκράτης κάνει μια πολύ σημαντική ερώτηση, που ακόμα μας προβληματίζει. Από πού προέρχεται η ηθική; Ο θεός είναι ο συγγραφέας των ηθικών αξιών ή απλά τις επαναλαμβάνει και τις επιβάλλει; Και, αν ισχύει το δεύτερο, ποια είναι η πηγή τους; (Σ’ αυτήν την περίπτωση η απάντηση ίσως βρίσκεται στους μεταφυσικούς στοχασμούς ηθικών φιλοσόφων ή στις υλιστικές προσεγγίσεις βιολόγων και κοινωνιολόγων ή ίσως τελικά ανιχνευτεί μετά από χιλιάδες σελίδες ερευνών της νευροεπιστήμης˙ αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…)

Ο Σωκράτης σε αυτόν τον διάλογο προσπαθώντας να ορίσει το δίκαιο, επικεντρώνεται στη σχέση που αυτό έχει με τη θεϊκή επιθυμία. Και αν προβληματίζεται από το γεγονός ότι οι θεοί δε συμφωνούν μεταξύ τους, ο μονοθεϊσμός προσφέρει φαινομενικά μια λύση, με την ύπαρξη ενός μόνο, αιώνιου και παντογνώστη θεού, που πρέπει να γνωρίζει τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο και προτείνεται να μας το πει, ώστε να ζήσουμε σωστά. Αν ο θεός έχει απαγορεύσει κάτι, σίγουρα είναι αμαρτία. Αρκεί όμως αυτό; Θα έπαυε ο Σωκράτης τη συζήτηση εδώ; Γιατί κάτι είναι αμαρτία; Επειδή το απαγορεύει ο θεός; Ή μήπως ο θεός το απαγορεύει επειδή είναι αμαρτία; Ο θεός μας δίνει ηθικές αξίες, ή τις γνωρίζουμε από πριν και τις βάζουμε στο στόμα του;

Στον Χριστιανισμό, ο μονοθεϊστικός θεός μας έχει δώσει τις απόψεις του γραπτά˙ ξέρουμε τι είναι θεάρεστο και τι θεομίσητο από τη Βίβλο. Ένας θεολόγος ίσως να έλεγε πως, ό,τι προστάζει ο θεός είναι καλό και ταυτόχρονα ό,τι είναι καλό το προτείνει κι ο θεός. Αυτό όμως δεν φαίνεται να πείθει τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος απορρίπτει ρητά τη Βίβλο, όταν σε αυτήν αναγράφεται, π.χ., πως αν κάποιος βρει ότι η σύζυγός του δεν είναι παρθένα την πρώτη νύχτα του γάμου τους, πρέπει να τη λιθοβολήσει μέχρι θανάτου έξω από τη πόρτα του πατέρα της (Δευτερονόμιο 22:13-21). Αυτό σίγουρα δεν το θεωρούμε σωστό, δίκαιο, καλό ή ηθικό. Αντιθέτως, το θεωρούμε ανήθικο και χυδαίο. Κι όμως, είναι κάτι που προστάζει ο θεός. Άρα, το «ό,τι λέει ο θεός είναι ηθικό» δεν ισχύει.

Ούτε ισχύει όμως και το «ό,τι είναι ηθικό, αυτό προτείνει και ο θεός». Στην Βίβλο, για όποιον ψάχνει σαν τον Σωκράτη να ορίσει την ηθική με θεολογικούς όρους, υπάρχουν πολλές άλλες προσταγές και απαγορεύσεις όπου μπορεί να απευθυνθεί, με κύριο σημείο τον Δεκάλογο.

socrates-divine-3. socrates

Όμως, στην εντολή «ουκ επιθυμήσεις το σπίτι, την γυναίκα, τους είλωτες, τα ζώα ή οτιδήποτε άλλο του γείτονα» (Έξοδος 20:17), βρίσκουμε την ομαδοποίηση της γυναίκας μαζί με ζώα, δούλους και υλικά αγαθά του άλλου (και μάλιστα με τη γυναίκα δεύτερη στη σειρά), κάτι που μάλλον προδίδει την ταυτότητα του συγγραφέα (άνδρας), παρά μας προσφέρει μια χρήσιμη οδηγία για το πώς να ζήσουμε μια καλή ζωή. Ποιος θα έλεγε σήμερα αυτήν την πρόταση χωρίς να συναντήσει την απέχθειά μας για τον προφανή μισογυνισμό του, αφού περιλαμβάνει τη γυναίκα στην περιουσία του συζύγου της; Η απαγόρευση δε της ίδιας της σκέψης για την απόκτηση κάποιου πράγματος που ανήκει σε άλλον (δηλαδή η απαγόρευση της επιθυμίας) είναι μάλλον αποπροσανατολιστική. Οι ποινικοποίηση των επιθυμιών μας θυμίζει περισσότερο τα «εγκλήματα σκέψης» του 1984 που συνέβαλαν στην ολοκληρωτική υποδούλωση των υποτελών του Μεγάλου Αδερφού, παρά τα λόγια ενός πανάγαθου θεού. Γιατί οι πράξεις είναι που κάνουν κακό, όχι οι σκέψεις.

Το «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να γίνεις μακροχρόνιος επάνω στη γη, που σου δίνει ο Κύριος ο θεός σου» (Έξοδος 20:12), το συναντάμε και σε άλλες (μη χριστιανικές) κοινωνίες, αν και όχι σε τόσο απόλυτη μορφή. Προφανώς, ένας αλκοολικός γονιός που κακοποιεί τα παιδιά του δεν αξίζει τον σεβασμό τους και ο κοσμικός νόμος δεν θεωρεί τέτοια σχέση σαν ελαφρυντικό σε περιπτώσεις κακοποίησης (μάλλον το αντίθετο). Ο σεβασμός, όπως και η αγάπη, είναι κάτι που το κερδίζουμε, δεν μπορεί να απαιτηθεί. Αν λοιπόν η φράση αναγνωστεί απόλυτα είναι άτοπη, ενώ αν αναγνωστεί κριτικά γίνεται κοινότοπη˙ ποιος χρειάζεται κάποιον θεό για να νιώσει το χρέος του προς τους γονείς που τον μεγάλωσαν δίκαια; Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η αρετή συνοδεύεται από την υπόσχεση ανταμοιβής (μακροζωία), και, όπως και άλλες εντολές που μας έρχονται με την απειλή τιμωρίας, δεν προτείνεται ως αυτοσκοπός. Δεν αρκεί να κάνουμε ή να μην κάνουμε κάτι επειδή είναι καλό ή κακό, αλλά για να κερδίσουμε μια ανταμοιβή ή να αποφύγουμε μια τιμωρία.

Το μόνο που μένει είναι το τρίπτυχο «ου κλέψεις, ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις»[1]. Είναι εντολές που συναντάμε σε κάθε θρησκεία που ακολουθείται στη Γη, και δεν εξαρτώνται από την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε θεού. Σε ποιον θεό θα αναγνωρίζαμε σοφία, αν δεν καταδίκαζε το ψέμα, το κλέψιμο ή τον φόνο; Ποια θρησκεία που θα έλεγε ότι το ψέμα δεν είναι αμαρτία (ή έστω ότι «δεν πειράζει») θα άξιζε τη λατρεία οποιουδήποτε; Όπως λέει κι ο Σωκράτης «κανένας θεός ή άνθρωπος δεν τολμά να πει τούτο, ότι δεν πρέπει να τιμωρείται ο άδικος»8e. Και όλοι οι άνθρωποι ξέρουν ότι το να σκοτώνεις είναι άδικο, γιατί οι άνθρωποι ξέρουν από μόνοι τους τι είναι ηθικό και τι είναι κακό. Αν οι Εβραίοι της Παλιάς Διαθήκης περίμεναν τον θεό να τους πει ότι ο φόνος «είναι κάτι κακό», μάλλον δεν θα είχαν καταφέρει να φτάσουν καν μέχρι το Όρος Σινά για να παραλάβουν τις Δέκα Εντολές. Ο θεός δεν έχει τη δύναμη να μην καταδικάσει το φόνο.

Πηγή
(photo)

Οι ηθικές αξίες, λοιπόν, δεν πηγάζουν από τη διδασκαλία του θεού ή του Ιησού. Και δεν χρειάζεται να μείνουμε στις Δέκα Εντολές˙ ούτε οι υπόλοιπες ηθικές αξίες του Χριστιανισμού δεν οφείλονται σε αυτόν, αλλά μπορούν να ανιχνευτούν σε παλιότερους πολιτισμούς. Ο λεγόμενος Χρυσός Κανόνας («κάνε στους άλλους ό,τι θα ήθελες να κάνουν σε σένα») προέρχεται από τον Κομφούκιο (απ’ όσο γνωρίζουμε – πολύ πιθανόν να είχε ήδη διατυπωθεί και νωρίτερα) και το «αγάπα τους εχθρούς σου» το βρίσκουμε στον Τζαϊνισμό, τον Βουδισμό, τον Ταοϊσμό και αλλού. Άρα οι διδαχές αυτές όχι μόνο δεν δημιουργήθηκαν από έναν θεό, αλλά ούτε ο Χριστιανισμός έχει την αποκλειστικότητά τους, είτε ιδωθεί σαν θρησκεία είτε σαν σύστημα ιδεών (ο Βουδισμός δεν είναι θρησκεία και μοιράζεται πολλές ηθικές αξίες των αβρααμικών θρησκειών). Πώς μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι η ηθική προέρχεται από τον θεό;

Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να πει εδώ, πως όσα από τα παραπάνω αποτελούν προτροπές σε πράξεις (όπως ο λιθοβολισμός της μη παρθένας) ή σκέψεις (όπως η θέαση της γυναίκας σαν περιουσία) που σήμερα θεωρούνται ανήθικες, προκύπτουν ως τέτοιες μόνο αν τις δούμε αναχρονιστικά. Ότι δηλαδή είναι άδικο να κρίνουμε τις απόψεις ανθρώπων που ζούσαν 3.000 χρόνια πριν, με σύγχρονη οπτική. Πρέπει λοιπόν να επιλέξουμε τις ηθικές προσταγές του θεού με τις οποίες συμφωνούμε κι εμείς. Αυτό παρουσιάζει ένα λογικό πρόβλημα, αφού αναιρούμε εδώ, κάτι που μέχρι τώρα, σιωπηλά, το θεωρήσαμε δεδομένο˙ ότι η Βίβλος είναι ο λόγος του θεού, στον οποίον δεν μπορούμε να παρέμβουμε. Ακόμα κι έτσι όμως, προκύπτει ότι οι ηθικές προσταγές δεν μπορεί να προέρχονται από τον θεό, αλλά οι άνθρωποι τις ξέρουν ήδη, και καλούνται μόνο να διαγράψουν από τη Βίβλο όσες δεν περιλαμβάνονται στο σύστημα αξιών της σύγχρονης εποχής. Ή, όπως θα έλεγε ο Σωκράτης σε έναν μονοθεϊστή Ευθύφρωνα, «κάτι, αρέσει στον θεό επειδή είναι ηθικό», και όχι «είναι ηθικό επειδή αρέσει στον θεό». Άρα από ό,τι φαίνεται, η θεϊκή ηθική ακολουθεί την ανθρώπινη, και όχι το αντίστροφο. Έτσι όμως, παραμένει το ερώτημα «γιατί κάτι είναι αμαρτία;» ή το άλλο, «από πού προέρχεται η ηθική;». Η επιμονή να την συνδέουμε με τον θεό δεν μας δίνει απαντήσεις. Δεν χρειαζόμαστε καμιά θρησκεία για να μάθουμε τι είναι ηθικό ή για να γίνουμε ηθικοί, μόνο νομίζουμε ότι τις χρειαζόμαστε.

Αλλά και να μην κάνουμε την παραπάνω παραδοχή, αν δηλαδή αναζητήσουμε τις ηθικές αρχές αποκλειστικά στις διδαχές της θρησκείας (με τον ίδιο τρόπο που και ο Σωκράτης με τον Ευθύφρωνα προσεγγίζουν τον προβληματισμό τους για το τι είναι δίκαιο στη σχέση των ανθρώπων με τα θεία), παραμένουν οι Δέκα Εντολές, και άλλες προτροπές του θεού και του Ιησού, σαν προσταγές συμπεριφοράς ενός παντοδύναμου θεού, που αν τον παρακούσουμε θα μας τιμωρήσει με τη χειρότερη δυνατή τιμωρία, και αν τον υπακούσουμε θα μας ανταμείψει με τη μεγαλύτερη δυνατή ανταμοιβή, ακόμα κι αν διαφωνούμε με κάποιες από αυτές. Η έννοια της αμαρτίας δηλαδή παραμένει και διαφοροποιείται από την έννοια της ανηθικότητας. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, μας διδάσκει η θρησκεία (ή τουλάχιστον, η Βίβλος), δεν είναι κάτι που θα αυξήσει την ανθρώπινη ευημερία, αλλά αυτό που λέει ο θεός. Καλός Χριστιανός δεν είναι ο ηθικός Χριστιανός, αλλά ο υπάκουος.

Ο Σωκράτης, ως πολυθεϊστής, μπορούσε να αναζητήσει μόνος του τι είναι καλό και τι όχι, αφού δεν υπήρχε μία αυθεντία που θα του δώσει μια τελεσίδικη απάντηση. Ίσως να έκανε την ίδια αναζήτηση, αν εντόπιζε τις αντιφάσεις στα λόγια του μοναδικού θεού, όπως τις βρίσκουμε στη Βίβλο. Οι δικοί του θεοί, που όλους αναγνώριζε σαν σοφούς, ήταν ιδιοσυγκρασιακοί, ο καθένας έλεγε άλλα. Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο διάλογος δεν καταλήγει σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα για το τι είναι όσιο και τι ανόσιο. Ο Ξενοφώντας στην Απολογία παρουσιάζει τον φιλόσοφο να λέει σχετικά με τον χρησμό της Πυθίας πως «έκρινε ότι υπερτερώ κατά πολύ από τους άλλους ανθρώπους. Εσείς, ούτε σε αυτό να πιστεύετε αβασάνιστα τον θεό, αλλά να εξετάζετε χωριστά καθεμιά από τις φράσεις του»15.

Από αφιέρωμα στον Σωκράτη
Από αφιέρωμα στον Σωκράτη (photo)

Έτσι κι εμείς, αν αναζητήσουμε κάποιον ηθικό προσανατολισμό στη βιβλική αφήγηση, είτε θα απογοητευτούμε, αν κάνουμε μια κυριολεκτική ανάγνωσή της (αφού θα συναντήσουμε πράγματα που θεωρούμε ανήθικα να παρουσιάζονται σαν προσταγές) είτε θα αναγκαστούμε να ερμηνεύσουμε, να εκλογικεύσουμε ή να παραφράσουμε αυτά που θα βρούμε, για να ταιριάζουν στα δικά μας προϋπάρχοντα ηθικά κριτήρια. Μα, αν έχουμε ήδη ηθικά κριτήρια, γιατί να αναζητήσουμε την ηθική στη Βίβλο; Ποια είναι η ιδιαιτερότητά της σε αυτό το πλαίσιο (στο να μάθουμε τι είναι ηθικό και τι όχι); Γιατί να μην την θεωρήσουμε σαν ένα ακόμα βιβλίο, όπως τόσα άλλα, από το οποίο μόνο να εμπνευστούμε μπορούμε, κόβοντας και ράβοντας ό,τι ήδη μας αρέσει, συμφωνώντας με άλλα, και με άλλα διαφωνώντας;[2]

Γιατί και τον Ιησού να συναντούσε ο Σωκράτης, μην ξέροντας πως είναι γιος του θεού, δεν θα του αναγνώριζε κάποια σοφία αυθαίρετα, αφού θα του παρουσιαζόταν στην ανθρώπινη μορφή του, όπως και τόσοι άλλοι που θεωρούνταν σοφοί από τους συνανθρώπους τους. Αλλά θα τον εξέταζε για να βρει αν όντως δικαιολογείται αυτή η φήμη του ή αν νόμιζε πως είναι κάτι που δεν είναι. Πώς ξέρει ο Ιησούς αυτά που λέει ότι ξέρει; Έχει πρόσβαση σε γνώση που δεν έχει ο Σωκράτης; Είναι να αναρωτιέται κανείς, αν αυτός ο διάλογος θα ήταν ο μόνος όπου δεν θα επαληθευόταν ο χρησμός της Πυθίας, πως δεν υπάρχει σοφότερος από τον αυτόν.

Παραπομπές:

Πλάτων – Ευθύφρων (ή περί του οσίου)

Σημειώσεις:

[1] Παραβλέπουμε τις αρχικές εντολές του δεκαλόγου, όπου βρίσκουμε πιο «αυθαίρετες» απαγορεύσεις, όπως το να μην λατρεύουμε άλλους θεούς, να μην φτιάχνουμε είδωλα και να μην αναφέρουμε το όνομα του θεού άσκοπα, όπως και την προσταγή να τηρούμε το Σάββατο σαν «ιερή μέρα» (με πρώτη εντολή το «εγώ είμαι ο θεός» που δεν είναι καν εντολή, αλλά μάλλον δήλωση). Αυτές οι εντολές λίγη σχέση έχουν με την ηθική, αφού οι πράξεις που μας απαγορεύονται δεν βλάπτουν κανέναν συνάνθρωπο, ούτε και τον θεό φυσικά (πώς θα μπορούσαμε να απειλήσουμε τον θεό εξάλλου;).

[2] Όπως μας θυμίζει ο Gottlieb, ο Leibniz στις αρχές του 18ου αιώνα παρατήρησε ότι όσοι πιστεύουν πως ο θεός καθόρισε την ηθική, του αφαιρούν τον χαρακτηρισμό «καλός». Ποιος θα ήταν ο λόγος να επαινέσουμε τον θεό για κάτι που κάνει, αν θεωρούμε πως και κάτι άλλο να έκανε (αν όριζε αλλιώς την ηθική πράξη) θα είχε την ίδια επιτυχία;

Ο Σωκράτης για τη γνώμη των άλλων

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Από τις γνώμες που οι άνθρωποι σχηματίζουν πρέπει σε άλλες να δίνουμε σημασία, και σε άλλες όχι»46d
Πλάτων, Κρίτων

Ο Κρίτων επισκέπτεται τον Σωκράτη στο κελί όπου περιμένει την εκτέλεσή του και για να τον πείσει να δραπετεύσει και να αποφύγει την επιβολή της ποινής του θανάτου χρησιμοποιεί ένα είδος ψυχολογικού εκβιασμού. Τι θα πει ο πολύς ο κόσμος, τον ρωτάει, που, αφήνοντας τον εαυτό του να πεθάνει, παραιτείται από τη ζωή και αφήνει τα παιδιά του μόνα τους να τα μεγαλώσουν άλλοι; Και τι θα πουν «οι πολλοί» για τους φίλους του φιλοσόφου, που δεν ενδιαφέρθηκαν να τον γλιτώσουν, ενώ σίγουρα μπορούσαν;

Η επιλογή να μην αποδράσει θα είναι μια προδοσία για τους γιους του, που, ενώ έχει τη δυνατότητα να τους μεγαλώσει και να τους μορφώσει, τους εγκαταλείπει για να τους αναλάβουν άλλοι και να πάθουν «ό,τι παθαίνουν τα ορφανά στην ορφάνια». Δεν πρέπει, του λέει, να κάνει κάποιος παιδιά αν δεν είναι διατεθειμένος να ταλαιπωρηθεί για να τα αναθρέψει. «Εσύ όμως, μου φαίνεται ότι προτιμάς τα εύκολα»[1]45d.

José Maria de Medeiros - Death of Socrates (1878)
José Maria de Medeiros – Death of Socrates (1878) (photo)

Θα είναι και σαν να προδίδει τον εαυτό του, σαν να βιάζεται να πάθει αυτά που οι αντίπαλοί του θα βιάζονταν να πάθουν, αλλά και βιάστηκαν να κάνουν σε αυτόν. Γίνεται σαν αυτούς, δειλός και ασυνεπής ως προς τις αρχές του. Είναι σαν να προσκαλεί το θάνατο, ενώ ο λογικός άνθρωπος θα προσπαθούσε να τον αποφύγει όσο μπορεί. Πώς, ενώ ισχυρίζεται ότι σε όλη του τη ζωή επιδίωκε να γίνει ενάρετος, αποφεύγει τώρα αυτά που προτιμά ένας καλός και γενναίος άνδρας;

Στην περίπτωση που θα αρνηθεί να δραπετεύσει με τη βοήθεια του φίλου του, «οι περισσότεροι», που δεν ξέρουν πολύ καλά ούτε τον Κρίτωνα ούτε τον Σωκράτη, θα νομίσουν ότι αυτός, ο Κρίτων, και οι υπόλοιποι του κύκλου του, δεν ενδιαφέρθηκαν για τον φίλο τους και ενώ είχαν τη δυνατότητα να τον σώσουν, αδιαφόρησαν, μην χρηματίζοντας όποιον θα χρειαζόταν να δωροδοκηθεί για να επιτευχθεί η απόδραση, και τον άφησαν να πεθάνει. Κι αυτό γιατί οι πολλοί δεν θα πιστέψουν ότι από μόνος του δε θέλησε να αποδράσει, παρόλο που αυτοί ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν. «Και υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να πιστεύουν για κάποιον ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τα χρήματα παρά για τους φίλους του;»[1]44c. Μήπως φανεί πως η υπόθεση ξέφυγε από τα χέρια τους, λόγω δικής τους ανικανότητας και ανανδρίας;

Ο Κρίτων τον ρωτάει μήπως ανησυχεί ότι, αν δραπετεύσει, οι συκοφάντες και οι κατήγοροι θα στραφούν εναντίον αυτών που τον βοήθησαν, και έτσι μήπως χάσουν την περιουσία τους ή τους βρουν κι άλλες συμφορές. Του λέει να μην ανησυχεί για αυτά, πως τα λεφτά που θα χρειαστούν, άλλωστε, δεν είναι πολλά, και πως οι φίλοι του είναι πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν αυτά και άλλα περισσότερα, αν χρειαστεί. Ούτε θα πρέπει να φοβάται πώς θα ζήσει εκεί που θα βρεθεί, γιατί αυτός έχει φίλους στη Θεσσαλία που μπορούν να τον φιλοξενήσουν και να του παρέχουν κάθε ασφάλεια και άνεση.

Εδώ, βλέπουμε τον Κρίτωνα να προσφέρει στον φίλο του λόγους για να γλιτώσει τη θανατική καταδίκη και να προσπαθεί να του εξαφανίσει κάθε ενδοιασμό που πιθανώς θα είχε για να δραπετεύσει. Ακόμα κι αν μας φαίνεται εκβιαστική η αναφορά στα παιδιά του Σωκράτη, ακόμα κι αν η ανησυχία του για το τι θα πουν οι άλλοι για αυτόν, αν δε σώσει τον φίλο του, μας φανεί μικροπρεπής, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε στον Κρίτωνα γνήσιο φιλικό ενδιαφέρον και μια προσπάθεια να κάνει αυτό που είναι σωστό. Μήπως, λοιπόν, όντως η επιλογή του Σωκράτη ντροπιάζει τον ίδιο και τους φίλους του; Ο Σωκράτης διαφωνεί.

«Αγαπημένε μου Κρίτωνα, η προθυμία σου θα ήταν αξιέπαινη, αν είχε κάποια λογική βάση˙ ειδάλλως, όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο πιο ενοχλητική γίνεται»[1]46b. Ο Σωκράτης έχει πάρει ήδη την απόφασή του, και μένει μόνο να του εξηγήσει το σκεπτικό του, γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος «σε τίποτα άλλο δεν πείθομαι παρά στον λόγο, όποιος μου φαίνεται μετά από σκέψη ορθότερος»[1]46b.

Ο Σωκράτης παραδέχεται ότι ανησυχεί για την τύχη των φίλων του που θα τον βοηθούσαν να δραπετεύσει, του λέει όμως ότι ακριβώς για να μείνει συνεπής σε ό,τι υποστήριζε σε όλη του τη ζωή πρέπει να αποδεχτεί τη μοίρα του. Πάντα παίνευε και σεβόταν τους νόμους της πόλης. Πώς τώρα θα τους απαρνηθεί και θα τους παραβιάσει, απλά και μόνο επειδή τυχαίνει να στρέφονται εναντίον του; Αν το κάνει αυτό, θα βοηθήσει να καταλυθούν οι νόμοι και θα βλάψει το πολίτευμα και άρα το μέλλον της Αθήνας και των κατοίκων της. Επικαλείται προηγούμενες συζητήσεις με τον Κρίτωνα, και όσα είχαν συμφωνήσει τότε, για να του δείξει ότι εκείνα εφαρμόζει και σε αυτήν την δύσκολη στιγμή, χωρίς να αλλάζει γνώμη για αυτά επειδή τώρα κινδυνεύει η ζωή του. «Αυτά, λοιπόν, που έλεγα στο παρελθόν, δεν μπορώ τώρα να τ’ απαρνηθώ, επειδή μου έτυχε τούτο δω, αλλά παραμένω σταθερός σε αυτά και τα ίδια πρεσβεύω και τιμώ όπως και πριν»[1]46b.

Paul Rubens & Paulus Pontius - Socrates Sophronisci Filius Atheneisis
Paul Rubens & Paulus Pontius – Socrates Sophronisci Filius Atheneisis (photo)

Και όπως είχαν συμφωνήσει στο παρελθόν, δεν πρέπει να αδικούμε με τη θέλησή μας με κανέναν τρόπο, για κανέναν λόγο. Ακόμα και αυτούς που αδικούν εμάς, δεν έχουμε δικαίωμα να τους ανταποδίδουμε την αδικία, όπως νομίζουν οι πολλοί. Όπως είδαμε και πριν, ο Σωκράτης πιστεύει πως αυτός που αδικεί κάποιον δεν έχει τη δύναμη να τον βλάψει πραγματικά, γιατί κακό θα κάνει μόνο στον εαυτό του. Η αδικία μιας πράξης βλάπτει τον δράστη της περισσότερο από τον δέκτη των άμεσων συνεπειών της[1]σελ.205. «Δεν υπάρχει για τον καλό άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει»[2]41d. «Ή όλα εκείνα που είχαμε παραδεχτεί στο παρελθόν μέσα σε αυτές τις λίγες μέρες ξεχάστηκαν, και τελικά, Κρίτωνα, σε τέτοια ηλικία γέροι άνθρωποι συζητώντας μεταξύ μας σοβαρά, δεν πήραμε είδηση ότι δε διαφέρουμε καθόλου από παιδιά; Ή μήπως ισχύουν αυτά που τότε λέγαμε είτε τα ασπάζονται οι πολλοί είτε όχι;»[1]49b. Όχι μόνο, λοιπόν, δεν θα προδώσει τον εαυτό του αν παραμείνει στο κελί, άλλα έχει ηθικό χρέος να μην επιχειρήσει να δραπετεύσει παραβαίνοντας τον νόμο.

Ούτε θεωρεί ότι προδίδει τα παιδιά του. Γιατί, αν δραπετεύσει και τα πάρει μαζί του, θα τα κάνει ξένους εκεί που θα πάνε και θα υπομείνουν τον χλευασμό που και ο ίδιος θα δεχτεί, σαν δειλός και προδότης των νόμων και των ιδανικών του. Αλλά και στην Αθήνα να τα αφήσει, ενώ αυτός θα βρεθεί αλλού, άλλοι δεν θα τα αναθρέψουν, όπως και αν πεθάνει; Και πάλι θα τους ακολουθεί η ντροπή του πατέρα τους. Και, όπως και να ’χει, είτε δραπετεύσει και τα αφήσει πίσω είτε δε δραπετεύσει και πεθάνει, οι ίδιοι φίλοι του θα φροντίσουν για αυτά, με την ίδια μέριμνα και στις δύο περιπτώσεις. Είναι καλύτερα, λοιπόν, και για τα παιδιά του να δεχτεί την καταδίκη. Γιατί να νοιαστεί τι θα πουν κάποιοι, αν πουν το αντίθετο;

«Δεν πρέπει να τιμούμε όλες τις γνώμες των ανθρώπων αλλά μερικές, και όχι όλων των ανθρώπων αλλά μερικών»[1]47a. Ο Σωκράτης εδώ κάνει δύο παρατηρήσεις. Από τη μία δεν δέχεται τις απόψεις όλων, αλλά μερικών μόνο. «Σωστές είναι οι γνώμες των γνωστικών και κακές οι γνώμες των αφρόνων». Κάποιος αθλητής, όταν γυμνάζεται, πρέπει να δίνει προσοχή στους επαίνους και τις επιπλήξεις κάποιου που είναι γιατρός ή παιδοτρίβης, και όχι των πολλών. Γιατί, αν ακούσει τις συμβουλές των πολλών, που δεν είναι ειδικοί, θα πάθει κακό. Οι κακές συμβουλές θα τον βλάψουν στο σώμα. Τον ειδικό πρέπει «να ντρεπόμαστε και να φοβόμαστε»[1]47d. Εφόσον όμως το να καταστρέψουμε το σώμα μας είναι κακό, «αξίζει να ζούμε με κατεστραμμένο εκείνο το οποίο η αδικία βλάπτει, και η δικαιοσύνη ωφελεί; Ή νομίζουμε ότι είναι λιγότερο σημαντικό από το σώμα μας εκείνο, όποιο κι αν είναι από τα δικά μας, το οποίο έχει σχέση με τη δικαιοσύνη και την αδικία;…Μήπως είναι πολυτιμότερο από το σώμα;»[1]47e-48a.

Και τι είναι «αυτό από τα δικά μας», που βλάπτεται από κακές συμβουλές σχετικές με τη δικαιοσύνη; Σε τι μας κάνουν κακό αυτές, με τον ίδιο τρόπο που οι κακές ιατρικές συμβουλές μας βλάπτουν στο σώμα; Ο Σωκράτης μιλάει για την ψυχή, την αρετή της οποίας συχνά έφερνε σε αναλογία με την υγεία του σώματος. Άρα αυτός που θα δώσει τέτοιες συμβουλές είναι πολύ χειρότερος από έναν κακό γιατρό, γιατί αυτός θα κάνει εμάς άδικους και κακούς ανθρώπους, ενώ «δεν πρέπει να νοιαζόμαστε περισσότερο για τη ζωή αλλά για την έντιμη ζωή»[1]48b. Το αίσθημα δικαίου (κάποιοι θα έλεγαν η τιμή) για τον Σωκράτη κατέχει κορυφαία ηθική θέση στη ζωή και τη σκέψη του και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που αρνήθηκε να διαφύγει το θάνατο. Πρέπει να ξεπληρώσει το χρέος του προς τους νόμους που του επέτρεψαν να ζήσει ευτυχισμένα, πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για τους γιους του και οφείλει να μείνει έντιμος σε αυτά που έλεγε πάντα, όχι να τα αρνηθεί και να φανεί έτσι πως, τώρα στα γεράματα, φέρεται σαν παιδί.

Ana Maria Edulescu - Philosopher Socrates 2
Ana Maria Edulescu – Philosopher Socrates 2 (photo)

Γι’ αυτό και ο θάνατός του σημάδεψε τον Δυτικό κόσμο και μέχρι σήμερα επισκιάζει και την όποια κριτική για το φιλοσοφικό του έργο. Η μετατροπή του σε μάρτυρα έπαιξε μεγάλο ρόλο στην υστεροφημία του, που ο ίδιος ο Σωκράτης έπαιρνε πολύ στα σοβαρά˙ τη δικιά του αλλά και των αντιπάλων του. Στην Απολογία του Ξενοφώντα (30.31), αποδίδει στον κατήγορό του Άνυτο ότι έχει ασθενική ψυχή, δουλοπρεπή ενασχόληση και ότι δεν είναι άξιος συμβουλάτορας, κάτι που θα οδηγήσει τον γιο του σε αναίσχυντες επιθυμίες και στον δρόμο της φαυλότητας. Ο Ξενοφώντας μας πληροφορεί ότι έτσι έγινε: «ο Άνυτος, λοιπόν, ακόμα και πεθαμένος, έχει κακή φήμη εξαιτίας της ανάρμοστης αγωγής του γιου του και της δικής του ακρισίας». Δεν αδιαφορεί ο Σωκράτης για τη γνώμη των άλλων, απλά διαλέγει για τίνος τη γνώμη θα ενδιαφερθεί.

Από την άλλη (εκτός του ότι σημασία έχουν οι απόψεις μερικών και όχι όλων), δεν αξίζουν όλες οι γνώμες των ανθρώπων, αλλά μερικές. Ο Σωκράτης δεν δέχεται την αυθεντία. Ακόμα και για κάποιον σαν τον Κρίτωνα, που βλέπουμε ότι τον σεβόταν (και στον ομώνυμο διάλογο, και σε άλλους, αλλά και από ό,τι συμπεραίνουμε από τις αναφορές σε προηγούμενες «συμφωνίες» τους) του συμπεριφέρεται και του μιλάει όπως σε οποιονδήποτε άλλο συνομιλητή του στους διαλόγους που μας παρέδωσε ο Πλάτωνας. Δεν του αναγνωρίζει ξεχωριστή σημασία απλά και μόνο επειδή δεν είναι από τους «περισσότερους», αλλά χρησιμοποιεί τον έλεγχο για να δει αν έχουν αξία αυτά που λέει τώρα και να μάθει τελικά τι είναι το σωστό να κάνει. Σε κανέναν δεν αναγνωρίζει τη σοφία σε όλα τα πράγματα, αλλά φερόταν «σαν αλογόμυγα», ενοχλώντας τους Αθηναίους με την εξέτασή του.

Πηγή
(photo)

«Άρα, δεν πρέπει, φίλε μου, να ενδιαφερόμαστε τόσο για το τι θα μας πουν οι πολλοί, αλλά για το τι θα πει αυτός που γνωρίζει για το δίκαιο και το άδικο, ο ένας, και η ίδια η αλήθεια»[1]48a. «Σωστά λέγαμε κάθε φορά ή όχι ότι πρέπει σε άλλες γνώμες να δίνουμε προσοχή και σε άλλες όχι; Ή πριν από την καταδίκη μου σε θάνατο, σωστά λέγαμε αυτά, ενώ τώρα έγινε ολοφάνερο ότι αυτά λέγονταν αλλιώς, για να γίνεται λόγος, και ήταν στην πραγματικότητα παιχνίδια και λόγια του αέρα;»[1]46c. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να πει ότι το πλήθος, όσο ανίδεο ή ανάξιο κι αν είναι, έχει τη δύναμη ακόμα και να μας θανατώσει (όπως οι Αθηναίοι με τις συκοφαντίες τους). Ίσως αναγκαστικά, λοιπόν, πρέπει να ενδιαφερόμαστε για τη γνώμη των πολλών, αφού αυτά ακριβώς που συνέβησαν στον Σωκράτη μας δείχνουν ότι οι πολλοί είναι ικανοί να διαπράττουν όχι μόνο τα πιο μικρά κακά, αλλά και τα πιο μεγάλα. «Μακάρι, Κρίτωνα, να ήταν ικανοί οι πολλοί να κάνουν τα πιο μεγάλα κακά, γιατί έτσι θα ήταν ικανοί και για τα πιο μεγάλα καλά…Τώρα όμως δεν είναι ικανοί ούτε για το ένα ούτε για το άλλο…αλλά ενεργούν στην τύχη»[1]44d. Τον Σωκράτη όμως δεν τον ενδιαφέρει η ζωή, αλλά η έντιμη ζωή. Άρα η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε παραμένει ίδια – ο μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει δεν αλλάζει τη γνώμη του. Η αλήθεια και το δίκαιο δεν εξαρτώνται απ’ τις συνθήκες.

Παραπομπές:

[1] Πλάτων – Κρίτων (ή περί του πρακτέου)
[2] Πλάτων – Απολογία Σωκράτους

Η Σωκρατική μέθοδος – ο έλεγχος, η μαιευτική, η ειρωνεία

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου, Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Σύμφωνοι με το ‘ουδέν οίδα’, οι διάλογοι φαίνεται πως άρχισαν για να μην τελειώσουν.»
Κωστής Παπαγιώργης, Σωκράτης – ο νομοθέτης που αυτοκτονεί

Socrates fresco (Efes Museum, 1st-5st cent.)
Socrates fresco (Efes Museum, 1st-5st cent.) (πηγή: Wikimedia Commons)

Υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ της σωκρατικής μεθόδου των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων και των ύστερων. Αρχικά, ο ίδιος ο Σωκράτης αναφέρεται στον «έλεγχο» σαν μέθοδο που εφαρμόζει στους άλλους και στον εαυτό του για να φτάσει στην αλήθεια. Οι συνεχείς ερωταπαντήσεις του σκοπό έχουν να ελέγξουν αν η δήλωση του συνομιλητή έχει κάποια αξία, ή αν βασίζεται σε άλογες σκέψεις, σε προκαταλήψεις ή στο συναίσθημα.

Αυτή η μέθοδος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ένα θετικό συμπέρασμα, δηλαδή σε μια απάντηση της αρχικής απορίας του Σωκράτη, γι’ αυτό και οι πρώιμοι διάλογοι ονομάζονται και απορητικοί ή πειραστικοί[1]. Όπως παρατηρεί ο Κωστής Παπαγιώργης, σύμφωνα με το «ένα γνωρίζω ότι δεν γνωρίζω τίποτα», οι διάλογοι φαίνονται καταδικασμένοι να μην καταλήξουν σε συμπέρασμα. Στην πορεία όμως, ο Σωκράτης πείθει τον συνομιλητή ότι αυτό που μέχρι τώρα νόμιζε πως ήξερε, δεν μπορεί να το υπερασπίσει με λογικά επιχειρήματα, αναγκάζοντάς τον να το απορρίψει. Η θέση του συνομιλητή θα αντικρουστεί μόνο όταν η άρνησή της θα προκύψει από τις πεποιθήσεις αυτού του ίδιου και όσων συνεπάγονται. Στο τέλος του διαλόγου ο Σωκράτης, και συνήθως και οι συνομιλητές του, αντιλαμβάνονται την αδυναμία τους να φτάσουν σε μια απάντηση, να αποκτήσουν τη γνώση που έψαχναν, και αναβάλλουν τη συζήτηση για κάποια άλλη φορά. Αυτό όμως δεν είναι μία απογοητευτική κατάληξη, αλλά μάλλον πρέπει να ιδωθεί ως κορύφωση, καθώς ο Πλάτωνας καταφέρνει να την παρουσιάζει με αισιόδοξους τόνους. Η ίδια η συνειδητοποίηση της άγνοιας είναι ένα κέρδος από μόνο του, αφού, όταν κάποιος ανακαλύπτει την άγνοιά του, είναι πλέον ελεύθερος να επιδιώξει την πραγματική γνώση με ανενδοίαστο ενδιαφέρον.

Ο Σωκράτης δεν έκανε υποθετικές συζητήσεις. Το θέμα του διαλόγου τίθεται από τον συνομιλητή, και συχνά απορρέει από τις περιστάσεις της συνεύρεσης. Στον Ευθύφρων ξεκινάει μια συζήτηση για την έννοια του οσίου, όταν ο Ευθύφρων του εκμυστηρεύεται πως έχει καταδώσει τον πατέρα του για μια ανόσια πράξη. Στον Λύση η συζήτηση περί φιλίας ξεκινάει όταν προσκείμενοι στον Σωκράτη του ζητάνε να παρέμβει στο πρόβλημα που κάποιος έχει με έναν δικό του φίλο. Ο συνομιλητής, λοιπόν, θα πρέπει πάντα να μιλάει για θέματα που τον αφορούν, και μάλιστα άμεσα, λέγοντας μόνο ό,τι πιστεύει ο ίδιος και όχι ό,τι άκουσε από άλλους. Και σε όσα λέει θα πρέπει να είναι συνεπής με όσα συνεπάγονται. Αν βρεθεί αντίφαση μεταξύ αυτών που πιστεύει και αυτών που αυτά συνεπάγονται, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η θέση του. Ο Σωκράτης ψάχνει την αλήθεια με τρόπο προσαρμοσμένο κάθε φορά στον αντίπαλό του, επιχειρηματολογώντας σύμφωνα με τους δικούς του όρους[2]. Δέχεται τον ορισμό που του δίνει για μία έννοια χωρίς ενστάσεις, αλλά τη μελετάει για να δει αν οδηγεί σε ορθά συμπεράσματα.

Socrates discussing philosophy with his disciples, Arabic miniature from a manuscript, Turkey 13th Century.
Ο Σωκράτης συζητά με τους μαθητές του σε Αραβική μινιατούρα από χειρόγραφο του 13ου αιώνα, Τουρκία (photo)

Η αντίθεση μεταξύ δύο προτάσεων όμως δεν είναι το κυρίως συμπέρασμα των διαλόγων, αφού ο Σωκράτης δεν έχει σκοπό απλά να αντιλογεί εναντίον κάποιου για χάρη μόνο της αντίκρουσης, αλλά για να κάνει τον συνομιλητή του καλύτερο. «Ο μαλακός τόνος είναι πιο ταιριαστός στη διαλεκτική μέθοδο. Ο πιο διαλεκτικός τρόπος είναι, νομίζω, όχι απλά να απαντάει κανείς με την αλήθεια, αλλά επίσης να αξιοποιεί όσα ο ερωτώμενος ομολογεί ότι γνωρίζει»Μένων, 75d. Περισσότερο πρόκειται για αντίθεση μεταξύ των ιδανικών ενός ατόμου και του τρόπου που ζει. Ο έλεγχος, λοιπόν, στόχο έχει ουσιαστικά τον έλεγχο του αντιπάλου σαν άνθρωπο, ενώ η εύρεση μιας αντίφασης είναι το εργαλείο με το οποίο αυτός θα επιτευχθεί. Αυτή είναι και η ουσία του φιλοσοφικού βίου˙ η εξέταση του εαυτού και του διπλανού μας.

Στον Θεαίτητο (ύστερος διάλογος), ο Πλάτωνας εισάγει την παρομοίωση της γέννας των ιδεών. Ο Σωκράτης λέει ότι όπως η μητέρα του η Φαιναρέτη ήταν μαία, έτσι και ο ίδιος, ενώ δεν γνωρίζει τίποτα ιδιαίτερο, είναι μαιευτήρας ιδεών και γνώσεων σε άλλους («Κάνω κι εγώ την ίδια δουλειά»). Η μαιευτική μέθοδός του εδώ παρουσιάζεται όχι μόνο σαν βοήθημα για την συνειδητοποίηση της άγνοιας, αλλά και για την ανακάλυψη της αλήθειας που βρίσκεται ήδη μέσα μας αλλά στην οποία δεν έχουμε εύκολη πρόσβαση.

Ο Dorion διαπιστώνει ότι η διαφορά μεταξύ του ελέγχου και της μαιευτικής μεθόδου είναι ότι ο έλεγχος δείχνει στους σοφούς ότι είναι αδαείς, ενώ η μαιευτική στους αδαείς ότι είναι σοφοί. Όσο θελκτική και να είναι αυτή η ρήση, ουσιαστική διαφορά μεταξύ του ελέγχου και της μαιευτικής δεν υπάρχει. Κι αυτό γιατί η συνειδητοποίηση της άγνοιας στην οποία καταλήγει ο έλεγχος δεν είναι παρά ένα είδος γνώσης. Ο ίδιος ο Σωκράτης το μαρτυρεί αυτό, όταν στην Απολογία λέει αναφορικά με τον χρησμό της Πυθίας, πως όντως είναι ο κάτοχος της σοφίας, αλλά μόνο της ανθρώπινης σοφίας. Η άλλη, η πραγματική, ανήκει μόνο στους θεούς και είναι για τους ανθρώπους άπιαστη. Και η ανθρώπινη σοφία έγκειται μονάχα στο ότι δεν μπορεί να μάθει στην πραγματικότητα τίποτα ή «τίποτα ιδιαίτερο» ή μόνο «κάτι λίγο». Αυτή η σοφία του σκεπτικιστή, που συνέχεια θέλει να μαθαίνει, αλλά όσο προσπαθεί, όλο και περισσότερο αντιλαμβάνεται πως είναι αδαής, είναι απείρως χρησιμότερη από το δόγμα αυτού που βιάζεται να καταλήξει σε συμπεράσματα. Ο Βλαστός παρατηρεί πως το ότι δεν υπάρχουν αναφορές στην μαιευτική μεταφορά πριν από τον Θεαίτητο αποδεικνύει ότι αυτή η μεταφορά είναι ξένη προς τον Σωκράτη των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων και ότι είναι πλατωνικής επινόησης. Στο εξής θα χρησιμοποιούνται οι δύο όροι εναλλακτικά χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση.

Στην πραγματικότητα, η μορφή του διαλόγου δεν προτείνεται για κάθε είδους γνώση. Ο Bertrand Russell πιστεύει πως οι γνώσεις της εμπειρικής επιστήμης δεν μπορούν να μεταδοθούν με ερωταπαντήσεις. Ακόμα κι όταν ο Γαλιλαίος χρησιμοποίησε τον διάλογο για να προωθήσει τις θεωρίες του, το έκανε μόνο για να διευκολύνει την αντιμετώπιση των προκαταλήψεων. Για να μεταδώσει τα θετικά του συμπεράσματα με αυτόν τον τρόπο, θα έπρεπε να εισάγει μεγάλο βαθμό πλαστότητας στο κείμενο, με επιχειρηματολογία που θα έμοιαζε περισσότερο με εκλογίκευση παρά με πειθώ. Ο Σωκράτης όμως δεν ενδιαφέρεται για τελειωτικά, θετικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με τον Βλαστό πάλι, «στόχος της ερευνητικής του μεθόδου δεν μπορούσε να είναι η τελειωτική αποδεικτική βεβαιότητα».

Matthew Paris (1217-1259) – Ο Πλάτων βάζει λόγια στο στόμα του Σωκράτη
Matthew Paris (1217-1259) – Ο Πλάτων βάζει λόγια στο στόμα του Σωκράτη (photo)

Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που ο Σωκράτης προτίμησε τον διάλογο παρά τη διατριβή ή το κήρυγμα. Δεν θα ήθελε ο ακροατής να αποκτήσει απόψεις χωρίς κόπο, μόνο και μόνο επειδή πρέπει να αποδεχτεί κάτι που αυτός λέει. Είναι ένα είδος μετα-εκπαίδευσης που προτείνει ο Σωκράτης˙ αυτό της εκπαίδευσης του εαυτού μας, και μάλιστα μέσω μιας αντιπαράθεσης με κάποιον άλλο. Η φιλοσοφική σκέψη δεν οδηγεί σε επιτεύγματα μόνο μέσω της έντονης σκέψης του ενός, αλλά και από τις συζητήσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων. Ο Σωκράτης (και ο Πλάτωνας) δεν έχουν παρά να σπείρουν την αμφιβολία στον αναγνώστη-ακροατή, και μένει σε αυτόν να κρίνει και να αποφασίσει πώς θα συνεχίσει. Εάν ο Σωκράτης έπαιρνε τη θέση του δασκάλου που κατέχει τη γνώση και που με δογματισμό μοιράζει διδάγματα (όπως κάνει ο Σωκράτης του Ξενοφώντα), θα στερούσε από τους μαθητές του το τεράστιο όφελος που απορρέει από την αναζήτηση της γνώσης. Διαβάζοντας έναν πλατωνικό διάλογο ή ακούγοντας τον Σωκράτη, δεν παρακολουθείς απλά, αλλά συμμετέχεις στον διάλογο και αναγκαστικά σκέφτεσαι.

Μπορεί λοιπόν κάποιος να έχει αναπτύξει ιδέες και να έχει απόψεις, μπορεί να λέει πως ξέρει κάποια πράγματα. Δεν έχει όμως δικαίωμα να τα παρουσιάζει σαν αυθεντία αλλά μόνο να τα υπερασπίζεται με τον λόγο του ενάντια στην κρίση ενός αντιπάλου. Το να πει κάποιος ότι είναι σωκρατικός δεν σημαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτόν που λέει ότι είναι ‘καντιανός’. Ο σωκρατικός δεν ακολουθεί κάποιο φιλοσοφικό σύστημα σκέψης, αλλά μια πνευματική στάση ταπεινότητας, που όμως εύκολα παρεξηγείται με υπεροψία, αφού ο σωκρατικός είναι πεπεισμένος όχι μόνο για τη δική του άγνοια, αλλά και για αυτήν των άλλων.

Η σωκρατική ειρωνεία

«Ο είρων είναι το αντίθετο του περήφανου για τις γνώσεις του καυχησιάρη˙ είναι ο άνθρωπος, ο οποίος έχει πεισθεί, εν μέρει σοβαρά και εν μέρει φαινομενικά, για την άγνοια και τη μηδαμινότητά του.»
Olof Gigon, Σωκράτης

Arab depiction of Socrates teaching his students (photo)
Arab depiction of Socrates teaching his students (photo)

Πολλές φορές ο Σωκράτης καταφεύγει στο χιούμορ και την ειρωνεία για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του˙ και όσο περισσότερο δογματικός είναι αυτός τόσο περισσότερο απότομος γίνεται ο Σωκράτης. Είναι η έπαρση του συνομιλητή και η σιγουριά για τον εαυτό του που «τιμωρείται» από τον Σωκράτη με τα πιο ειρωνικά και ταπεινωτικά του σχόλια, δήθεν κολακεύοντάς τον ή παριστάνοντας ο ίδιος τον αδαή που δεν καταλαβαίνει τα σοφά λόγια του. Δεν γίνεται όμως ειρωνικός για να εξαπατήσει ούτε για να επιβάλλει τη θέση του όταν δεν του αρκεί η λογική. Το κάνει ενάντια σε όσους είναι βυθισμένοι στην αυτοεξαπάτηση, για να διαλύσει την υποκειμενική γνώμη που εμφανίζεται σαν αντικειμενική γνώση. Συνήθως, η ειρωνεία του είναι διφορούμενη, ώστε ο συνομιλητής να μην είναι σίγουρος αν μιλάει σοβαρά ή αν τον κοροϊδεύει.

«Μα τον Δία, είπα εγώ, τι θαυμάσιο πράγμα λες, τι μεγάλο αγαθό μάς έχει αποκαλυφθεί»294a λέει στον Ευθύδημο, και: «μη μου στερήσεις τούτο το μάθημα»297b. Ο Ευθύδημος όμως, ίσως ο πιο ανόητος από τους συνομιλητές που μας παρουσιάζει ο Πλάτωνας εκτός από τον Ιππία, είναι πέρα από κάθε προσπάθεια εφαρμογής του έλλογου διαλόγου[3], αφού στις δεινές και υπομονετικές προσπάθειες του Σωκράτη να επικρατήσει η λογική, αυτός απαντά με σοφιστείες εκμεταλλευόμενος την αμφισημία των λέξεων για να παριστάνει τον σοφό. Είναι δύσκολο να διαβάσουμε αυτούς τους διαλόγους χωρίς να φανταζόμαστε τον Σωκράτη με σηκωμένα φρύδια, όταν για παράδειγμα γυρνάει και λέει: «μήπως, επειδή μας ήρθες τώρα εδώ σαν παντογνώστης στην τέχνη του λόγου, γνωρίζεις πότε πρέπει να απαντά κάποιος και πότε όχι;»287c

Όταν ακούει τις πομπώδεις δηλώσεις του Ιππία (στον διάλογο Ιππίας Μείζων), που νομίζει ότι είναι ο πιο σοφός της ελληνικής επικράτειας με την απόδειξη ότι έχει βγάλει τα περισσότερα χρήματα από όλους τους άλλους σοφιστές, αποκρίνεται: «Αυτό σημαίνει, Ιππία, να είναι κανείς πραγματικά σοφός και ολοκληρωμένος άνδρας»281b, και «Πω-πω Ιππία, μίλησες θαυμάσια, μεγαλόπρεπα, και αντάξιά σου»291e.

Στο αποκορύφωμά της η σωκρατική ειρωνεία φτάνει στον Μενέξενο (βλ. Ο Σωκράτης ενάντια στην προγονολατρεία), αλλά αξίζει να αναφέρουμε εδώ τον Ευθύφρων, όπου, αφού ο Σωκράτης έχει αντιληφθεί πως ο συνομιλητής του δεν έχει ιδέα για τι πράγμα μιλάει, παριστάνει ότι επιθυμεί ειλικρινά τη διδασκαλία του: «Εμπρός, λοιπόν, φίλε Ευθύφρων, εξήγησέ μου, για να γίνω σοφότερος…»9a. Αυτός φλυαρεί όμως, αδυνατώντας να ξεκαθαρίσει τη σκέψη του, οπότε του λέει: «Αν ήθελες, Ευθύφρων, θα μου έλεγες πολύ πιο σύντομα το σημαντικότερο όσων σε ρώτησα˙ αλλά, -είναι φανερό- δεν είσαι πρόθυμος να με διδάξεις»14c. Στο τέλος του διαλόγου, όταν έχει φανεί ότι ο Ευθύφρων δεν μπορεί να ανταπεξέρθει, και μετά από πολλές αντιφάσεις στα λόγια του, ο Σωκράτης τον καλεί να πιάσουν το θέμα από την αρχή για να το μελετήσουν σωστά.

«ΣΩ: Ξέρω καλά ότι τώρα πιστεύεις πως κατέχεις σαφώς το όσιο και το ανόσιο. Πες το μου, καλέ μου Ευθύφρων, και μην κρύψεις τι πιστεύεις.

ΕΥ: Θα τα ξαναπούμε Σωκράτη˙ τώρα όμως βιάζομαι, είναι ώρα να φύγω.

ΣΩ: Τι πράγματα είναι αυτά, φίλε μου! Φεύγεις και μου στερείς τη μεγάλη ελπίδα που είχα ότι θα μάθω από σένα ποια είναι τα όσια και τα ανόσια…»15e

Η ειρωνική διάθεση του Σωκράτη δεν του βγήκε σε καλό, αφού επέμεινε σ’ αυτήν ακόμα και στην απολογία του στο δικαστήριο που οδήγησε στην καταδίκη και εκτέλεσή του. Εκεί, όταν κρίθηκε ένοχος αλλά μπορούσε να προτείνει εναλλακτική ποινή από αυτήν του θανάτου, είπε ότι ως αντίτιμο για όσα έκανε στη ζωή του θα έπρεπε όχι μόνο να μην τιμωρηθεί, αλλά να ανταμειφθεί με δωρεάν ισόβια σίτιση στο Πρυτανείο, και συνέχισε κατηγορώντας τους δικαστές ότι περισσότερο θα ήθελαν να ακούσουν παρακάλια αντί της λογικής, κάτι που αρνήθηκε να προσφέρει, σαν ανάξιά του. «Εσείς θα χάσετε σκοτώνοντάς με» σαν να τους λέει ο Σωκράτης, αφού οι άλλες πόλεις θα τον βαφτίσουν σοφό για να κακολογήσουν τη δυνατή και πλούσια Αθήνα, και τους Αθηναίους ότι σκότωσαν τον σοφό της.

Η διδασκαλία του Σωκράτη είναι η ίδια η διαλεκτική μέθοδος, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας δεν μετέτρεψε τον διάλογο σε διατριβή. Είναι σαν να μας προειδοποιεί πως όσα γράφει στους διαλόγους του δεν πρέπει να αναγνωστούν σαν τις έτοιμες σοφίες ενός δασκάλου, αλλά πρέπει και οι αναγνώστες του να συμμετέχουν στον διάλογο. Γι’ αυτό κι εγώ επέλεξα να παρουσιάσω τους διαλόγους στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αφού η συνοπτική παρουσίαση της φιλοσοφικής σκέψης του Σωκράτη δεν είναι αρκετή. Ο διάλογος εξάλλου πρέπει να συνεχίζεται.

 

[1] Γρηγόρης Βλαστός: «…πειραστικός, δηλαδή να προκαλέσει, μέσω ερωτήσεων, παραδοχές εκ μέρους του συνομιλητή του, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως προκείμενες από τις οποίες ο Σωκράτης θα μπορούσε να προχωρήσει, χρησιμοποιώντας συλλογιστικά η επαγωγικά επιχειρήματα, στο να συναγάγει την άρνηση της θέσης του συνομιλητή». Και ο Αριστοτέλης γράφει: «Διαλογικά επιχειρήματα είναι αυτά τα οποία οδηγούν συλλογιστικά από τα ένδοξα στην αντίφαση [της θέσης του αντιπάλου]. Πειραστικά είναι εκείνα που κάνουν συλλογισμούς με βάση τις πεποιθήσεις του ίδιου του αποκρινόμενου» (Σοφιστικοί Έλεγχοι 165b3-6).

[2] Στον Λάχη, ο Νικίας λέει ότι ανδρεία είναι η γνώση του τι να φοβάσαι και τι να μη φοβάσαι. Δίνει έτσι έναν επιτυχημένο σωκρατικό ορισμό, αλλά ο Σωκράτης φαίνεται να μη συμφωνεί, κάνοντας τον Νικία να καταλάβει ότι δεν μπορεί να στηρίξει λογικά αυτό που πιστεύει για την ανδρεία.

[3] Είναι συχνό ο συνομιλητής να απαντάει σε ερώτημα του Σωκράτη (τι είναι ανδρεία, τι είναι φιλία, τι είναι αρετή…) με ένα παράδειγμα της υπό εξέταση έννοιας. Όταν, για παράδειγμα, ρωτάει τον Ιππία τι είναι το ωραίο, ο Ιππίας απαντά ότι ωραίο είναι μια όμορφη γυναίκα. Παρεξήγησε την ερώτηση «τι είναι το ωραίο» με την ερώτηση «τι είναι ωραίο». Ο Σωκράτης πασχίζει να εξηγήσει ότι το ζήτημα δεν είναι να αναφέρουμε τα ατελείωτα παραδείγματα της καθημερινότητας που μπορούν να χαρακτηριστούν «ωραία», αλλά εκείνη την ιδιότητα που όσα την κατέχουν ανήκουν στην κατηγορία του «ωραίου», ενώ όσα δεν την κατέχουν, όχι. Ο Ιππίας συνεχίζει απαντώντας πως ο χρυσός, τότε, πρέπει να είναι το ωραίο, αφού όποιο αντικείμενο τον κατέχει γίνεται ωραίο. Τι μπορεί κανείς να κάνει απέναντι σε τέτοια ελαφρότητα;

Τι ήξερε αυτός που δεν γνώριζε τίποτα;

Αυτό είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου, Σωκράτης – ηθική φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή

«Ο Σωκράτης ήταν δάσκαλος, όπως το εννοούσε αυτός.»
Γρηγόρης Βλαστός, Σωκράτης – ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος

Για κάποιον που λέει ότι δεν γνωρίζει τίποτα, ο Σωκράτης σίγουρα κάνει πολλές εξαιρετικές δηλώσεις, που εκπλήσσουν τους ακροατές του με την πρωτοτυπία τους. Η έκπληξη οφειλόταν στο ότι οι ηθικές του αρχές δεν συμβάδιζαν με τις κοινές αντιλήψεις της εποχής, είτε όταν αναφερόταν στη φύση της αρετής είτε της τιμωρίας. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν «σωκρατικά παράδοξα»˙ όχι σαν τα μαθηματικά παράδοξα που δεν λύνονται ή επειδή πρέπει να τα αποδεχτούμε σαν ειπωμένα από μια αυθεντία, αλλά ακριβώς επειδή ήταν ενάντια στα ηθικά δόγματα των Αθηναίων (παρά-τη-δόξα).

Ο Σωκράτης στην Ακαδημία Αθηνών (στο βάθος ο Απόλλωνας)
Ο Σωκράτης στην Ακαδημία Αθηνών (στο βάθος ο Απόλλωνας)

Η αρετή είναι γνώση. Αυτός δηλαδή που ξέρει τι είναι καλό, θα το κάνει. Ξεκινώντας με την βασική υπόθεση ότι όλοι μας θέλουμε την ευημερία, μένει μόνο να γνωρίσουμε τι είναι αυτό που θα μας οδηγήσει σε αυτήν. Άρα οποιαδήποτε πράξη κάνουμε που μας προκαλεί κακό, σίγουρα την κάνουμε άθελα ή εν αγνοία μας. Όλες οι αποφάσεις που παίρνουμε στη ζωή μας, προσωπικές ή πολιτικές (να ξεκινήσουν οι Αθηναίοι την Σικελική εκστρατεία ή όχι;), ανοίγουν μπροστά μας άγνωστους δρόμους. Αν ξέραμε εκ των προτέρων ότι το αποτέλεσμα της επιλογής μας θα ήταν βλαβερό, δεν θα είχαμε αμφιβολία για το τι θα έπρεπε να κάνουμε. Ακόμα και κάποιος που καπνίζει ενώ ξέρει ότι θα του κάνει κακό, είναι επειδή δεν το έχει σκεφτεί αρκετά. Αν πραγματικά ήξερε ότι η πράξη αυτή θα επηρεάσει την ευημερία του, θα ενεργούσε διαφορετικά. Μένει μόνο να το συνειδητοποιήσει, να το κάνει βίωμά του. Η πρότερη πίστη του ότι το κάπνισμα κάνει κακό είναι αυτό ακριβώς˙ πίστη. Είναι γνώμη, όχι γνώση, ακόμα κι αν είναι ορθή γνώμη (βλ. Σωκράτης εναντίον Πρωταγόρα – Μπορεί να δδαχτεί η αρετή;). Οι γνώμες όμως δεν είναι σταθερές, αλλά διαφεύγουν από το νου σαν τα έργα του Δαιδάλου.

Ο Σωκράτης, βέβαια, έχει τη φήμη ασκητή[1], και ίσως γι’ αυτό να είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αυτό το παράδοξο χωρίς το δικό του ψυχικό σθένος. Γιατί, για να θεωρηθεί μια πράξη αποτέλεσμα μόνο γνώσης ή άγνοιας, πρέπει να αγνοηθεί η αδυναμία της θέλησης (ακρασία), πράγμα παράλογο. Ο Karl Joel είπε γι’ αυτόν: «οι αδυναμίες της φιλοσοφίας του οφείλονταν στη δύναμη του χαρακτήρα του». Θεωρεί δηλαδή ο Joel ότι ο Σωκράτης όφειλε να εξηγήσει περαιτέρω το πώς θα γίνει κάποιος δίκαιος, όχι ίσως με τέτοιες εντυπωσιακές δηλώσεις, αλλά με μεγαλύτερη πειθώ. Και ο Αριστοτέλης είπε για τον Σωκράτη ότι θα έπρεπε να ασχολείται λιγότερο με τους ορισμούς των αρετών και περισσότερο με το πώς θα τις αποκτήσουμε˙ λιγότερο με το τι είναι ανδρεία και περισσότερο με το πώς θα γίνουμε ανδρείοι. Με την ταύτιση της αρετής με τη γνώση εξαλείφεται το άλογο μέρος της ψυχής[2]. Δεν χρειάζεται να μαντέψουμε την απόκριση του Σωκράτη, αφού στο διάλογο Μένων, ο συνομιλητής του τού ζητάει αυτό ακριβώς: Να σταματήσουν να μιλάνε για το τι είναι η αρετή και να βρούνε πώς θα γίνουν ενάρετοι. Ο Μένων, βέβαια, είναι πολύ πιο επιπόλαιος και βιαστικός από τον Αριστοτέλη, και ουσιαστικά του ζητάει τον εύκολο και ανέξοδο δρόμο προς την απόκτηση της αρετής -θέλει απλά ο Σωκράτης να του πει τι να κάνει. Ο Σωκράτης όμως επιμένει αναρωτώμενος πώς είναι δυνατόν να αποκτήσουμε κάτι όταν δεν ξέρουμε καν τι είναι αυτό˙ όταν δεν ξέρουμε ποια είναι η φύση του (ή, όπως είπαμε και προηγουμένως, το γνώθι σαυτόν πρέπει να προηγηθεί της γνώσης του τρόπου κατάκτησης της ευδαιμονίας).

Αν όμως δεχτούμε ότι όλοι νοιαζόμαστε για την αύξηση της ευημερία μας, και αφού η κατάκτηση της αρετής θεωρείται από τον Σωκράτη αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου (και αφού η αρετή είναι γνώση), οποιαδήποτε πράξη που οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα πρέπει να σημαίνει ότι κάναμε κάποιο λάθος. Κανένας λοιπόν δεν θα έκανε το κακό εν γνώσει του, ή αλλιώς «ουδείς εκών κακός». Αν έχει δίκιο ο Σωκράτης, η ηθική καθορίζεται από τη φυσική αναγκαιότητα. Γιατί σύμφωνα με αυτόν, η πλήρης γνώση είναι που καθοδηγεί την πράξη, και όχι η ελευθερία επιλογής. Πλήρης γνώση όμως προφανώς δεν υπάρχει, και ο Σωκράτης δεν αναγνώριζε την ικανότητα των ανθρώπων να την αποκτήσουν. Σοφοί είναι μόνο οι θεοί, ενώ οι άνθρωποι μένουν με τη φιλοσοφία. Το παράδοξό του, λοιπόν, δεν μας αποποιεί από την ηθική ευθύνη, αλλά μας επιβάλλει το καθήκον της αναζήτησης της γνώσης, κι ας είναι περιορισμένη. Εκτός όμως από το γεγονός ότι αυτή του η δήλωση συνεπάγεται (έστω μόνο φαινομενικά) την άρνηση του ηθικού καθήκοντος, οι περισσότεροι θα σπεύσουν να διαμαρτυρηθούν ότι μπορεί να ειπωθεί μόνο όταν αναφερόμαστε σε πράξεις που ωφελούν ή βλάπτουν τον εαυτό μας, ενώ σαφώς και υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν πολύ καλά ότι μια πράξη θα ωφελήσει μεν τον εαυτό τους αλλά θα βλάψει κάποιον άλλον, και παρόλα αυτά την κάνουν. Πώς θα το αντιμετώπιζε αυτό ο Σωκράτης;

Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Σωκράτης θεωρούσε ότι η βλάβη του άλλου επιδρούσε με κάποιον τρόπο και σε αυτόν που τον έβλαπτε. Και η αλήθεια είναι ότι είχε δηλώσει πως αυτός που αδικεί όχι μόνο βλάπτεται, αλλά βλάπτεται περισσότερο από αυτόν που αδικείται. Μπορεί εμείς να έχουμε συνδέσει μια τέτοια «ηθικολογική» δήλωση με τον Χριστιανισμό, αλλά ο Σωκράτης είχε διατυπώσει πολύ νωρίτερα πως η ψυχή μας βλάπτεται όταν πράττει ύβρη ή αδικία (ίσως σήμερα θα λέγαμε αμαρτία[3]), και δεν υπάρχει κανένας μυστικισμός σε αυτή του την δήλωση. Η πεποίθησή του αυτή προέρχεται από την κοινωνική αποστολή που αισθανόταν, και ήταν μία από τις συνθήκες που θεωρούσε αναγκαία για να συμβιώσουν οι πολίτες αρμονικά, όχι μια εντολή από θεϊκή αυθεντία.

Bernardino di Betto - Socrates
Bernardino di Betto – Socrates (photo)

Δεν υπάρχει σαφής δικαιολόγηση αυτής της αρχής στους σωκρατικούς διαλόγους, και μάλιστα στον Κρίτων αναφέρεται ως κάτι που είχε συμφωνηθεί «στο παρελθόν», σε κάποια άλλη συζήτηση. Είναι όμως ίσως στον ίδιο αυτόν διάλογο που μας δίνεται και το κλειδί για να λύσουμε το μυστήριο που μας παρουσιάζεται. Εκεί ο Σωκράτης αρνείται να διαφύγει από το κελί του με τη βοήθεια των φίλων του επιλέγοντας να υπομείνει την άδικη τιμωρία θανάτωσής του. Το κάνει αυτό, μεταξύ άλλων, επειδή δεν θέλει να υπονομεύσει το πολίτευμα της Αθήνας παραβαίνοντας αυθαίρετα την έννομη απόφαση των συμπολιτών του. Αναγνωρίζει κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο που όσοι μετέχουν στην κοινωνία έχουν αποδεχτεί, και που είναι αναγκαίο για να λειτουργήσει η πόλη, μια πόλη που, με αυτούς τους νόμους, του χάρισε τη ζωή που έζησε απολαμβάνοντας την ελευθερία και την ευρωστία που δεν θα έβρισκε αλλού. Πέθανε λοιπόν για τους Αθηναίους. Γιατί, διαφεύγοντας, ο Σωκράτης θα έβλαπτε την πόλη, δηλαδή τους πολίτες. Και βλάπτοντας τους πολίτες θα έβλαπτε όλα όσα τον έκαναν αυτό που είναι, και κατ’ επέκταση τον εαυτό του και όσους θα έπαιρναν τη θέση του. Εξάλλου, πίστευε πως όταν κάνεις κακό σε κάποιον για να ωφεληθείς ο ίδιος, βλάπτεις την ψυχή σου, την ηθική σου υπόσταση. Και είναι προτιμότερο να αφήσεις κάποιον να βλάψει το σώμα σου παρά να τον βλάψεις εσύ, γιατί έτσι θα βλάψεις την ψυχή σου, που είναι πολύ χειρότερο.

Βλέπουμε πώς ο Σωκράτης βάζει το κοινωνικό δίπλα στο ατομικό αναγνωρίζοντας, όπως και στον Πρωταγόρα, ότι το άτομο δεν μπορεί να ζήσει μόνο του, εισάγοντας στη σκέψη του την κοινωνική δικαιοσύνη και, άρρητα, την έννοια της αλληλεγγύης ως αναγκαίες συνθήκες για τη διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα άγρια ζώα.

Με αυτόν τον τρόπο, η διδασκαλία του μετατρέπει αυτό που πριν φαινόταν ωφελιμιστικό ή και εγωιστικό (γιατί έλεγε πως καλό είναι ό,τι είναι ωφέλιμο) σε κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το ατομικό συμφέρον, προτείνοντας πως όχι μόνο είναι καλύτερο να αδικείται κάποιος παρά να αδικεί, αλλά και πως αυτός που αδικεί είναι καλύτερο (για τον ίδιο) να τιμωρηθεί, παρά να γλιτώσει την τιμωρία. Κι αυτό γιατί η βλάβη που προκύπτει στην ψυχή του όταν διαπράττει αδικία, μπορεί να γιατρευτεί μέσω της τιμωρίας, όπως το φάρμακο γιατρεύει την ασθένεια.

Έχουμε μπροστά μας την πρόταση για μια στάση ηθικής ακεραιότητας, η οποία αποβλέπει στην ατομική ωφέλεια, αλλά που γίνεται δυνατή μόνο μέσω της ανιδιοτέλειας και του κοινωνικού καθήκοντος. Σε αυτό το πλαίσιο, εφόσον περισσότερο βλάπτεται ο αδικοπραγήσας παρά ο αδικημένος, δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από τις αδικίες που μας επιβάλλονται, και δεν κινδυνεύει η ευδαιμονία μας από αυτές. Έχει ελευθερία αυτός που ακολουθεί τον φιλοσοφικό βίο που προτείνει ο Σωκράτης, αφού μένει ανέγγιχτος από τις δυσκολίες της ζωής και τις αδικίες των άλλων, και άρα δεν υποτάσσεται στη μοίρα, αλλά είναι στην ευθύνη του το πώς θα την αντιμετωπίσει.

Το ότι η αρετή είναι γνώση έχει μια συνέπεια˙ πρέπει να είναι δυνατό να διδάσκεται. Το διδακτό της αρετής είναι ένα βασικό πρόβλημα της σωκρατικής φιλοσοφίας, και συχνά φαίνεται να το αρνείται (βλ. Σωκράτης εναντίον Πρωταγόρα – Μπορεί να δδαχτεί η αρετή;). Φαινομενικά όμως μόνο. Στην πραγματικότητα ο Σωκράτης ήθελε απλά να δείξει ότι, ακόμα κι αν είναι διδακτή η αρετή, δεν μπορούν να τη διδάξουν οι σοφιστές. Πάντως, η ιδέα ότι ο καθένας μπορεί να γίνει ενάρετος, κάτι που υποστήριζε ο Σωκράτης, συμβάδιζε με την αντίληψη της ισονομίας που είχε καθιερωθεί στη δημοκρατική Αθήνα˙ πώς θα μπορούσε ο καθένας να γίνει ενάρετος, αν δεν ήταν δυνατόν να λάβει χώρα κάποιου είδους απόκτηση της αρετής;

Socrates - unknown (4th cent.) (photo)
Socrates – unknown (4th cent.) (photo)

Πώς θα πείθαμε, όμως, τη Μήδεια να μην σκοτώσει τα παιδιά της στο τραγικό τέλος του δράματος του Ευριπίδη; Ο Guthrie και η Δραγώνα-Μονάχου υποστηρίζουν ότι η φιλοσοφία του Σωκράτη δεν μπορεί να πείσει κάποιον, όπως η Μήδεια, που γνωρίζοντας με απόλυτη σιγουριά ότι το να σκοτώσει τα παιδιά της είναι επονείδιστο έγκλημα, προβαίνει στην εκτέλεσή του με λίγες μόνο φράσεις δισταγμού. Αυτό, υπαινίσσονται, είναι μια αδυναμία της σωκρατικής ηθικής φιλοσοφίας, αφού για να πειστεί κάποιος να κάνει το καλό σύμφωνα με αυτήν, μάλλον επιβάλλεται η αποδοχή κάποιων αξιωμάτων όπως «είναι χειρότερο να βλάπτεις παρά να βλάπτεσαι» ή «η αδικία βλάπτει την ψυχή του αδικοπραγήσαντος». Η φιλοσοφία, λοιπόν, φαίνεται να ηττάται από την αναμέτρησή της με την πραγματικότητα. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά σωστό.

Ίσως πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, εν συντομία, με τη βοήθεια του Sam Harris και του βιβλίου του Moral Landscape. Ο Harris, που δεν έγραφε αναφορικά με τον Σωκράτη αλλά πρότεινε τη δικιά του σκέψη για μια ηθική βασισμένη στην επιστημονική γνώση, μας καλεί να φανταστούμε το χειρότερο δυνατό σύμπαν, όπου όλοι οι άνθρωποι βιώνουν τη χειρότερη δυνατή δυστυχία για πάντα, και το αντίθετό του, το καλύτερο δυνατό σύμπαν. Προφανώς, ο πραγματικός κόσμος που ζούμε είναι κάπου στο ενδιάμεσο. Οποιαδήποτε πράξη που μας κατευθύνει προς το χειρότερο δυνατό σύμπαν πρέπει να θεωρηθεί ανήθικη, και η αντίθετη ηθική. Ίσως ο Guthrie να θεωρούσε ότι αυτός ο καθορισμός της ηθικής πράξης είναι ένα αξίωμα που χρήζει περαιτέρω δικαιολόγησης για να το πάρουμε στα σοβαρά, αλλά θα πρέπει να διαφωνήσω με αυτή την ένσταση.

Τι μπορεί να μας κατευθύνει στο χειρότερο δυνατό σύμπαν και να μην είναι «κακό»; Τι είναι αυτό στο οποίο θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό του «κακού», αν αυτό δεν μας κατευθύνει εκεί; Αν είναι να έχει κάποιο νόημα η λέξη «κακό» ή «ανήθικο», σίγουρα αφορά το παραπάνω σενάριο. Το να σκοτώνει κάποιος, για παράδειγμα, το θεωρούμε με τόση σιγουριά κακό (αποτελεί παράγοντα πλοήγησης προς το χειρότερο δυνατό σύμπαν), που όλες οι οργανωμένες κοινωνίες το έχουν καταδικάσει με απαγορευτικό νόμο –και αν μια κοινωνία δεν το έχει απαγορεύσει δεν την θεωρούμε οργανωμένη ή πολιτισμένη. Το θεωρούμε αντικειμενικά κακό. Με την ίδια σιγουριά όμως μπορούμε να περιμένουμε κάποιους να μην συμμορφώνονται σε αυτόν τον νόμο (ακόμα κι αν ξέρουν ότι είναι κακό, ακόμα κι αν περιμένουν να είναι μεγάλο το ρίσκο να τιμωρηθούν). Αλλάζει αυτό την αντίληψη που έχουμε απέναντι στο φόνο; Μας μετριάζει καθόλου την αποφασιστικότητα αντιμετώπισής του; Μας κάνει να σκεφτούμε μήπως κάνουμε λάθος ως προς την αντικειμενικότητα της ανηθικότητας της πράξης φόνου; Η απάντηση είναι φυσικά όχι.

Κι αν είναι εύκολο να καταδικάσουμε τον φόνο, είναι γιατί είναι εύκολο να δούμε πόσο καταστροφικός είναι. Το γνωρίζουμε ενστικτωδώς. Η γνώση αυτή δεν είναι κάτι που χρειάζεται να διδαχτεί ή να προταθεί με τη δύναμη της πειθούς. Την ίδια σιγουριά αυτής της γνώσης οραματίζεται ο Σωκράτης (και ο Harris) για ένα πολύ ευρύτερο πεδίο ανθρώπινων ενεργειών, αν όχι όλων όσων μπορούν να χαρακτηριστούν ηθικές ή ανήθικες. Οι Μήδειες του πραγματικού κόσμου δεν πτοούν την ηθική μας φιλοσοφία, όσο κι αν αδυνατούν να πειστούν ή να συμμορφωθούν στην ηθική μας θεώρηση. Απλά τιμωρούνται. Όχι από εκδίκηση, αλλά γιατί η τιμωρία τους ίσως τους αποτρέψει από το να επαναλάβουν την ίδια συμπεριφορά, αλλά και γιατί η κοινωνία έχει ανάγκη προστασίας από αυτές (η τιμωρία εδώ είναι δηλαδή κατεύθυνση προς το καλύτερο δυνατό σύμπαν, και άρα δίκαιη). Όπως βλέπουμε στον Γοργία, ο Σωκράτης δεν αρνείται την τιμωρία, αλλά περισσότερο την επανακαθορίζει (όπως είχε επανακαθορίσει και την έννοια της πολιτικής). Η τιμωρία γι’ αυτόν αποτελεί σωφρονισμό, καθώς ωφελεί τον τιμωρημένο.

Plato in front of the Academy of Athens (photo)
Plato in front of the Academy of Athens (photo)

Και περνάμε έτσι σε μία από τις πιο ακραία επαναστατικές για την εποχή διδαχές του Σωκράτη, την άρνηση της ανταποδοτικότητας. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική ηθική, το να βλάψει κανείς τον εχθρό του ή κάποιον που τον έβλαψε, όσο περισσότερο του επέτρεπε ο νόμος της πολιτείας δεν ήταν κάτι απλώς αποδεκτό, αλλά αξιέπαινο. Ο Αναξίμανδρος είχε αναγάγει την ανταπόδοση σε κοσμική αρχή: τα πρωταρχικά στοιχεία ισορροπούν με το να ανταποδίδουν την αδικία που διέπραξαν το ένα στο άλλο. Η ανταπόδοση αποτελούσε κάποιου είδους χρέος του αδικημένου να εξοφλήσει την αδικία που του επιβλήθηκε, με την έννοια της εκδίκησης να ορίζει ξεκάθαρα την πράξη του. Όπως όμως μας λέει ο Γρηγόρης Βλαστός, η εκδίκηση δεν πρέπει να εννοηθεί εδώ σαν μνησικακία εναντίον του άδικου ή σαν πρόθεση πρόκλησης κακού. Αυτοί που επιβάλλουν την ποινή δεν είναι «επ’ αδεία αδικοπραγούντες», αλλά έχουν κάθε δικαίωμα να τιμωρήσουν, εκπληρώνοντας την απαίτηση της κοινότητας να τηρηθούν οι κανόνες της, παρακινημένοι από αίσθηση καθήκοντος και πίστης στους νόμους. Είναι αυτός που ζητά την αλόγιστη τιμωρία που ο Πρωταγόρας παρομοιάζει με «άγριο θηρίο».

Ο Σωκράτης όμως λέει στον Κρίτων «δεν πρέπει ποτέ να ανταποδίδουμε μιαν αδικία, ούτε να βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, οτιδήποτε και αν έχουμε υποστεί απ’ αυτόν»49c. Απορρίπτοντας την αρχή της ανταπόδοσης, αποτέλεσε τον μόνο αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο που κατόρθωσε αυτήν τη ριζική αμφισβήτηση της κοινής πίστης των συμπολιτών του, προβάλλοντας μια νέα ηθική με κέντρο την ηθική ακεραιότητα του ατόμου. Και δικαιολόγησε αυτήν την στάση με την πεποίθηση ότι η άδικη πράξη βλάπτει την ψυχή του δρώντος.

Ο Σωκράτης όμως δεν απαιτεί να πείσει ούτε τη Μήδεια ούτε κανέναν άλλο για του λόγου του το αληθές, και ακόμα κι ο ίδιος, λέει, δεν είναι σίγουρος για όλα αυτά. Η διαφωνία μεταξύ των μελετητών για το κατά πόσο ήταν ειρωνικός όταν έλεγε ότι δεν ξέρει τίποτα, μάλλον περιττεύει. Όπως και να έχει, είναι ειλικρινής όταν προσπαθεί να μάθει την αλήθεια, αμφισβητώντας ακόμα και όσα πιστεύει με τόσο σθένος, που πέθανε για να μην παραβιάσει η πράξη του τη φιλοσοφική του σκέψη. Αποφεύγει να βαφτίσει τις πεποιθήσεις του «γνώσεις», παρά μόνο «γνώμες», οι οποίες περιμένουν κάποιον να τις διαψεύσει. Στον Γοργία το κάνει σαφές: «εγώ διατυπώνω πάντοτε τον λόγο τούτο, ότι δεν γνωρίζω τι ισχύει σχετικά με αυτά, και ότι απ’ όσους συνάντησα, όπως τώρα, κανείς που μιλούσε διαφορετικά δεν μπόρεσε να μη γελοιοποιηθεί. Υποστηρίζω λοιπόν πως αυτά έτσι έχουν»509a. Οπότε κατά μία έννοια όντως ο Σωκράτης «δεν ξέρει τίποτα», με την προϋπόθεση ότι όταν λέμε «δεν ξέρει» εννοούμε ότι δεν ξέρει με απόλυτη σιγουριά. «Η σοφία που αρνείται να αποδώσει στον εαυτό του είναι η σίγουρη και αλάθητη γνώση» όπως το θέτει ο Dorion. Με κάποια αίσθηση ειρωνείας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αρετή του Σωκράτη ήταν όχι η γνώση, αλλά η άγνοιά του.

Έτσι φτάνουμε και σε ένα τελευταίο παράδοξο: ενώ η ελεγκτική μέθοδός του είναι απορριπτική (βλ. Η Σωκρατική μέθοδος), ο ίδιος είχε, όπως είδαμε, κάποιες πολύ ισχυρές πεποιθήσεις. Είχε προσπαθήσει να βρει κάποιον να καταρρίψει τις πεποιθήσεις του, αλλά ούτε μόνος του μπόρεσε ούτε βρήκε κάποιον που το κατάφερε. Η ανθεκτικότητα στον έλεγχο, λοιπόν, αρκεί για να τις κάνει αδύνατο να απορριφθούν. Κι αν κανείς από τους συνομιλητές του δεν πείστηκε από όσα παράδοξα λέει στους διαλόγους, κανένας όμως δε στάθηκε και στο ύψος των περιστάσεων αποδεικνύοντάς τα εσφαλμένα. Κι αυτό, για τον Σωκράτη, ήταν αρκετό.

[1] Ο Ξενοφών μας λέει πως ο Σωκράτης είχε στην ιδιοκτησία του ελάχιστα πράγματα, αλλά αρνείται να τον χαρακτηρίσει φτωχό, καθώς φτώχεια δεν σημαίνει πενιχρότητα μέσων διαβίωσης, αλλά μάλλον ανεπάρκεια της περιουσίας ενός ανθρώπου σε σύγκριση με τις ανάγκες του.

[2] Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια1216b10: «ζητούσε να μάθει τι είναι δικαιοσύνη, τι ανδρεία και κάθε άλλο είδος αρετής. Αυτό ήταν λογικό, εφόσον πίστευε πως όλες οι αρετές είναι επιστήμες, έτσι ώστε το να γνωρίζει κανείς τη δικαιοσύνη ισοδυναμούσε ταυτόχρονα με το να είναι δίκαιος˙ γιατί από τη στιγμή που έχουμε μάθει γεωμετρία και αρχιτεκτονική είμαστε αρχιτέκτονες και γεωμέτρες. Γι’ αυτόν το λόγο επιζητούσε να μάθει τι είναι αρετή, αλλά όχι πώς και από πού προκύπτει». Και στα Ηθικά Μεγάλα1182a20: «Κάνοντας τις αρετές κλάδους της γνώσης εξαφάνισε το άλογο μέρος της ψυχής, και μαζί μ’ αυτό το πάθος και την ηθική συμπεριφορά».

[3] Η έννοια της ύβρεως βέβαια διαφοροποιείται από την έννοια της αμαρτίας στο ότι δεν αποτελεί παράβαση κάποιου ρητού και προκαθορισμένου θεϊκού κανόνα, αλλά υπέρβαση των ορίων μιας συμπεριφοράς. Το ότι το όριο αυτό δεν ήταν ορισμένο από πριν έδινε την ελευθερία στο άτομο να ενεργεί όπως έκρινε, αλλά και την ηθική ευθύνη να μην ξεπεράσει το όριο, που θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τις τραγικές συνέπειες της θεϊκής τιμωρίας. Οι έννοιες της σωφροσύνης και του γνώθι σ’ αυτόν είναι εδώ πολύ σημαντικές. Στον Φαίδρο237e-238a διαβάζουμε: «Η επικράτηση της γνώμης που, διαμέσου του λόγου, οδηγεί στο καλύτερο και κυριαρχεί, ονομάζεται σωφροσύνη˙ ενώ η επικράτηση της επιθυμίας η οποία, κυριεύοντάς μας, μας οδηγεί ασυλλόγιστα προς τις ηδονές, ονομάζεται ύβρις».

Ο 20ος αιώνας μέσα από πολιτικές αφίσες

Ο 20ος είναι ο μέχρι τώρα πιο λεπτομερώς καταγεγραμμένος αιώνας της ιστορίας της ανθρωπότητας. Κάποιες εικόνες είναι κατάλληλες για να περιγράψουν τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας και το κλίμα της εποχής. Παρακάτω μπορείτε να δείτε σημαντικές εκλογικές, πολεμικές και άλλες αφίσες που σημάδεψαν τον περασμένο αιώνα, αλλά και τα πρώτα χρόνια του 21ου.

(κάντε κλικ για μεγέθυνση)

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (περισσότερες εδώ)

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος (περισσότερες εδώ, εδώ κι εδώ – των Ναζί εδώ)

Σοβιετική Ένωση (περισσότερες εδώ)

Βόρεια Κορέα (περισσότερες εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ)

Η Κίνα του Μάο Τσε-Τουνγκ (περισσότερες εδώ)

Ισραήλ-Παλαιστίνη (περισσότερες εδώ, εδώ κι εδώ)

ΗΠΑ

Ελλάδα (περισσότερες εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ)

Ισλαμικό Κράτος (ISIS)